Σχεδόν διπλασιάζει τις πιθανότητες επιβίωσης διαπίστωσαν αμερικάνοι επιστήμονες
Ασθενείς με καρκίνο του μαστού με υψηλά επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα τους είναι πιο πιθανό να επιβιώσουν σε σύγκριση με γυναίκες που έχουν μικρότερη ποσότητα της θρεπτικής ουσίας, σύμφωνα με νέα μελέτη. Ερευνητές από το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, ανέλυσαν για μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Αντικαρκινικό Research, τα επίπεδα της βιταμίνης D σε μια ομάδα 4.443 ασθενών με καρκίνο του μαστού που εμπλέκονται σε πέντε ξεχωριστές μελέτες . Κάθε μελέτη ακολούθησε τις γυναίκες κατά μέσο όρο εννέα χρόνια.
Συνολικά , οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες με υψηλά επίπεδα βιταμίνης D είχαν διπλάσιες πιθανότητες να επιβιώσουν της νόσου τους σε σύγκριση με τις γυναίκες με χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης στο αίμα τους. Οι ερευνητές υποψιάζονται ότι η βιταμίνη D βοηθά στην αύξηση της επικοινωνίας μεταξύ των κυττάρων, επηρεάζοντας μια πρωτεΐνη που μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της επιθετικής κυτταρικής διαίρεσης.
«Όσο οι υποδοχείς της βιταμίνης D είναι παρόντες, η ανάπτυξη του όγκου προλαμβάνεται», δηλώνει ο συγγραφέας της μελέτης Cedric Garland. «Οι υποδοχείς βιταμίνης D δεν χάνονται μέχρι ένας όγκος να αναπτυχθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Αυτός είναι ο λόγος της καλύτερης επιβίωσης ασθενών των οποίων τα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα είναι υψηλά», ολοκληρώνει ο καθηγητής.
Αν και ο Garland είπε ότι περισσότερες κλινικές δοκιμές πρέπει να γίνουν, συνιστά ότι οι γιατροί θα ήταν καλό να προτείνουν την προσθήκη της βιταμίνης σε θεραπευτικά σχήματα των ασθενών αμέσως. «Δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος να περιμένουμε για περαιτέρω μελέτες για να ενσωματώσουμε τα συμπληρώματα βιταμίνης D σε τυποποιημένες θεραπείες, δεδομένου ότι η ασφαλής δόση της βιταμίνης D που απαιτείται για να επιτευχθούν υψηλά επίπεδα ορού πάνω από 30 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο έχει ήδη συσταθεί», είπε ο Garland.
Τεστ αναπνοής ανιχνεύει τον καρκίνο του μαστού
Ένα τεστ αναπνοής μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να ανιχνεύσει τον καρκίνο του μαστού. Τα στοιχεία δείχνουν μάλιστα ότι το νέο τεστ που ονομάζεται BreathLink είναι εξίσου ακριβές με τη μαστογραφία – αν όχι περισσότερο. Το BreathLink αναπτύχθηκε από την αμερικανική εταιρεία Menssana Research και κυκλοφορεί ήδη στην αγορά της Ευρώπης. Η όλη διαδικασία διεξαγωγής του δεν διαρκεί περισσότερο από 10 λεπτά. Η γυναίκα αρχικώς εκπνέει σε έναν αναλυτή αναπνοής και ο αέρας μεταφέρεται σε ένα μηχάνημα το οποίο αναλύει τα επίπεδα χημικών. Τα αποτελέσματα εισάγονται σε πρόγραμμα υπολογιστή το οποίο προσδιορίζει αν το μοτίβο των χημικών στην αναπνοή δείχνει την ύπαρξη καρκίνου του μαστού.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, το καινούργιο, μη παρεμβατικό τεστ μπορεί να μειώσει σημαντικά την ανάγκη για μαστογραφία, μια εξέταση που είναι «άβολη» για πολλές γυναίκες οι οποίες συχνά αποφεύγουν την υποβολή τους σε αυτήν. Παράλληλα στο πλαίσιο της μαστογραφίας η γυναίκα εκτίθεται σε ακτινοβολία, κάτι που αποφεύγεται με τη νέα εξέταση.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι πρόσφατα ερευνητικά στοιχεία έχουν δείξει ότι ίσως η μαστογραφία δεν αυξάνει τα ποσοστά επιβίωσης των ασθενών με καρκίνο του μαστού καθώς αποτυγχάνει να διαχωρίσει τους επιθετικούς όγκους από εκείνους που αναπτύσσονται με πολύ αργούς ρυθμούς και δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστούν επιθετικά. Ετσι έχει χάσει ως έναν βαθμό την αξιοπιστία της – αν και κάποιοι ειδικοί συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι αποτελεί ένα σημαντικό «όπλο» που σώζει ζωές πολλών γυναικών.
Σε κάθε περίπτωση, τα ερευνητικά ευρήματα σχετικά με το BreathLink που δημοσιεύθηκαν στην on-line επιθεώρηση «PLoS ONE» και δείχνουν ότι είναι εξίσου ακριβές με τη μαστογραφία, προσφέρουν μια σημαντική εναλλακτική για τις γυναίκες. Όπως ανέφερε ο Μάικλ Φίλιπς, καθηγητής στο Ιατρικό Κολέγιο της Νέας Υόρκης που ήταν και ο εμπνευστής του τεστ αναπνοής, «αν μια γυναίκα λάβει αρνητικό αποτέλεσμα του τεστ οι πιθανότητες είναι μεγαλύτερες από 99,9% να μην πάσχει από καρκίνο του μαστού. Τελικώς με βάση αυτά τα αποτελέσματα η γυναίκα και ο γιατρός της μπορεί να αποφασίσουν ότι δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε μαστογραφία».
Η ακρίβεια του τεστ λοιπόν είναι πολύ μεγάλη σε ό,τι αφορά τη μη ύπαρξη καρκίνου, ωστόσο δεν είναι τόσο μεγάλη όταν υπάρχει νόσος. Ετσι, κατά τον ειδικό, όταν το τεστ αναπνοής βγει θετικό για καρκίνο του μαστού η γυναίκα θα πρέπει να υποβληθεί και σε μαστογραφία.
Πάντως ο καθηγητής Φίλιπς τονίζει ότι απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες προτού το τεστ αναπνοής μετατραπεί σε εξέταση πρώτης επιλογής για τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Είναι όμως αισιόδοξος ότι στα χρόνια που έρχονται τα τεστ που βασίζονται στην ανάλυση της αναπνοής θα έχουν ευρεία χρήση όπως τα τεστ αίματος και ούρων. «Τα μη παρεμβατικά αυτά τεστ μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο πολλών διαφορετικών ασθενειών – πολλών μορφών καρκίνου αλλά και λοιμώξεων – και αναμένεται να αποδειχθούν πολύτιμα» καταλήγει.