Ο πρώην κορυφαίος αξιωματούχος δημόσιας υγείας των ΗΠΑ, Άντονι Φάουτσι, αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια ακρόασης της Γερουσίας των ΗΠΑ σχετικά με την προέλευση της πανδημίας Covid-19, δηλώνοντας ότι φοβόταν πως οι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές θα επιχειρούσαν να χρησιμοποιήσουν την κατάθεσή του για να τον διώξουν ποινικά για ψευδορκία.
Επικαλέστηκε την Πέμπτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ, η οποία προβλέπει ότι κανένα άτομο δεν μπορεί να «υποχρεωθεί, σε ποινική υπόθεση, να καταθέσει εναντίον του εαυτού του».
Λίγες ημέρες πριν από την ακρόαση, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ραντ Πολ έδωσε στη δημοσιότητα περισσότερες από 1.000 σελίδες από το ημερολόγιο του Φάουτσι κατά την περίοδο της πανδημίας, στο οποίο ο τελευταίος έκανε αναφορές στη δημοσιότητά του και στις πιθανές προελεύσεις του Covid. Ο Φάουτσι υποστηρίζει ότι ο Πολ τρέφει προσωπική εμπάθεια εναντίον του. Υπενθύμισε επίσης ότι είχε ήδη καταθέσει ενόρκως πολλές φορές ενώπιον του Κογκρέσου σχετικά με την πανδημία.
«Παρότι με στενοχωρεί ιδιαίτερα, λόγω του σεβασμού που τρέφω προς τη νομοθετική εξουσία, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων μου θα ασκήσω το δικαίωμά μου, βάσει της Πέμπτης Τροπολογίας του Συντάγματος, να μην απαντήσω στις ερωτήσεις σας», δήλωσε ο 85χρονος Φάουτσι, πρώην διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων (NIAID).
Η επίκληση της Πέμπτης Τροπολογίας δεν αποτελεί παραδοχή ενοχής. Σκοπός της είναι να προστατεύει τα άτομα από εξαναγκασμό, πιθανά λάθη και άδικη μεταφορά του βάρους απόδειξης σε βάρος τους. Στη δήλωσή του, ο Φάουτσι ανέφερε ότι η «προφανής εμμονή» του Ραντ Πολ να επιδιώξει την ποινική του δίωξη τον οδήγησε στην απόφαση να μην απαντήσει αυτή τη φορά στις ερωτήσεις.
«Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορώ να καταλήξω είναι ότι ο μοναδικός λόγος που με κάλεσε ενώπιον αυτής της επιτροπής είναι για να με κάνει να πω κάτι - οτιδήποτε - που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις επανειλημμένες δημόσιες δεσμεύσεις του ότι θα καταλήξω, όπως έχει πει ο ίδιος, "πίσω από τα κάγκελα"», δήλωσε ο Φάουτσι.
Ο Πολ, ο οποίος εργάστηκε ως οφθαλμίατρος πριν εκλεγεί στο Κογκρέσο, συνέχισε να του απευθύνει ερωτήσεις παρά την άρνησή του να απαντήσει. Η ακρόαση έγινε κατά διαστήματα ιδιαίτερα τεταμένη, ιδίως όταν ένας από τους δικηγόρους του Φάουτσι, που καθόταν δίπλα του, προσπάθησε επανειλημμένα να παρέμβει κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Ο Πολ ζήτησε από φρουρό ασφαλείας να τον απομακρύνει από την αίθουσα.
Στην εναρκτήρια τοποθέτησή του, ο Πολ υποστήριξε ότι οι καταχωρήσεις στο ημερολόγιο του Φάουτσι έρχονται σε αντίθεση με όσα είχε πει δημόσια στον αμερικανικό λαό σχετικά με την προέλευση του ιού. Σύμφωνα με τον γερουσιαστή, ενώ ο Φάουτσι υποστήριζε δημόσια ότι ο Covid είχε φυσική προέλευση, ιδιωτικά πίστευε ότι ο ιός προήλθε από εργαστήριο. Ο Πολ έχει επανειλημμένα προωθήσει τη θεωρία της διαρροής από εργαστήριο, σύμφωνα με την οποία ο ιός διέφυγε από το Ινστιτούτο Ιολογίας της Γουχάν στην Κίνα.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δήλωσε το 2025 ότι η θεωρία της φυσικής προέλευσης - δηλαδή ότι ο ιός μεταδόθηκε από ζώα σε ανθρώπους - είναι η «καλύτερα τεκμηριωμένη» με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, αλλά τόνισε ότι μέχρι να προκύψουν περισσότερα δεδομένα, η οριστική διαπίστωση της προέλευσης παραμένει «ασαφής».
Οι σημειώσεις του Φάουτσι στο ημερολόγιό του δείχνουν ότι στην αρχή της πανδημίας ήταν ανοιχτός σε δύο πιθανά σενάρια για την προέλευση του Covid: τόσο στη φυσική μετάδοση όσο και στη διαρροή από εργαστήριο. Αργότερα, όμως, φαίνεται να πείθεται περισσότερο ότι η φυσική προέλευση ήταν η πιθανότερη. Για παράδειγμα, σε καταχώρηση του Φεβρουαρίου 2020 σχετικά με τηλεδιάσκεψη επιστημόνων, ο Φάουτσι σημειώνει ότι δεν υπήρχε «πλήρης συμφωνία» για την προέλευση του ιού. Σε μεταγενέστερη καταχώρηση γράφει ότι είναι «σχεδόν βέβαιος πως ο ιός εξελίχθηκε φυσικά μέσω μετάδοσης από ένα ζωικό είδος στον άνθρωπο, αν και... εξακολουθώ να διατηρώ ανοιχτό μυαλό ως προς το ενδεχόμενο διαρροής από εργαστήριο».
«Το ότι υπάρχουν δύο πιθανές εξηγήσεις δεν σημαίνει ότι είναι και εξίσου πιθανές», έγραψε.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης της Τετάρτης, η απόφαση του Φάουτσι να μη δώσει κατάθεση φάνηκε να εξοργίζει αρκετούς Ρεπουμπλικανούς, μεταξύ των οποίων και ο γερουσιαστής Τζος Χόλεϊ, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι δείχνει «περιφρόνηση προς αυτό το σώμα» του Κογκρέσου.
Ο γερουσιαστής Ρον Τζόνσον δήλωσε οργισμένος ότι σκοπεύει να επιδιώξει την έκδοση κλήτευσης, ώστε να υποχρεωθεί ο Φάουτσι να απαντήσει στις ερωτήσεις των νομοθετών.
Αρκετοί Δημοκρατικοί, αντίθετα, υπερασπίστηκαν τον Φάουτσι. Μεταξύ αυτών, η γερουσιαστής Μάγκι Χάσαν χαρακτήρισε την ακρόαση «σχεδιασμένη ώστε να παγιδεύσει» τον Φάουτσι. Παράλληλα εξέφρασαν ανησυχίες για την αύξηση των κρουσμάτων ιλαράς και κυκλοσπορίασης (μιας παρασιτικής λοίμωξης που προκαλεί διάρροια) υπό την ηγεσία του σημερινού υπουργού Υγείας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ.
Ο Κένεντι, επικριτής του Φάουτσι, δήλωσε στο Fox News το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι οι αρμόδιες αρχές χρειάστηκαν οκτώ μήνες για να εντοπίσουν τις καταχωρήσεις του ημερολογίου σε έντεκα διαφορετικούς διακομιστές κυβερνητικών υπολογιστών.
Ως πρώην επικεφαλής του NIAID, ο Φάουτσι, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε το 2022, δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την πανδημία, ενώ αποτέλεσε στόχο έντονης κριτικής από Ρεπουμπλικανούς για τις υποχρεωτικές μάσκες και άλλα περιοριστικά μέτρα.
Ο Φάουτσι, ο Μπάιντεν και ο Τραμπ
Ο Φάουτσι έγινε το πρόσωπο της αμερικανικής αντιμετώπισης της πανδημίας, χάρη στις συχνές ενημερώσεις του προς το κοινό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιστήμονες προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα νέα στοιχεία για τον ιό.
Ο Φάουτσι και ο τότε πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) συγκρούστηκαν επανειλημμένα σχετικά με τη διαχείριση της πανδημίας, μεταξύ άλλων όταν ο Τραμπ προώθησε μη αποδεδειγμένες θεραπείες. Πριν αποχωρήσει από την προεδρία, ο πρώην πρόεδρος Τζο Μπάιντεν χορήγησε προληπτική χάρη στον Φάουτσι, ο οποίος είχε παραμείνει ως επικεφαλής ιατρικός σύμβουλος και κατά τη δική του κυβέρνηση.
«Η χορήγηση αυτών των χαρών δεν πρέπει να εκληφθεί ως αναγνώριση ότι οποιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά διέπραξε κάποια παράνομη πράξη, ούτε η αποδοχή τους πρέπει να θεωρηθεί παραδοχή ενοχής για οποιοδήποτε αδίκημα», είχε δηλώσει τότε ο Μπάιντεν. «Η χώρα μας οφείλει ευγνωμοσύνη σε αυτούς τους δημόσιους λειτουργούς για την ακούραστη προσφορά τους προς το έθνος.»