Τη δραματική πτώση της ποιότητας υγείας, με ραγδαία απασφάλιση κατά 60%, αύξηση της νοσοκομειακής δαπάνης και υποχώρηση όλων των δεικτών –πρωτοφανή σε καιρό ειρήνης– σχολίασαν με έμφαση οι περισσότεροι ομιλητές κατά τη διάρκεια του τριήμερου 11ου Πανελλήνιου συνεδρίου της ΕΣΔΥ, το οποίο ολοκληρώθηκε το Σάββατο στο Χίλτον.
Η δραματική αυτή κατάσταση έχει επηρεάσει όλους τους πολίτες, όπως τόνισαν οι ομιλητές, κυρίως όμως τις νεαρές ηλικίες, τις γυναίκες, τις ευπαθείς ομάδες και τους χρονίως πάσχοντες. Φυσικά πρόκειται για μια τραγωδία, η οποία έχει συντελεστεί σε καιρό ειρήνης, κάτι που είναι ακόμη πιο εξοργιστικό και σοβαρό, όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ο καθηγητής της ΕΣΔΥ και πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του συνεδρίου Γιάννης Κυριόπουλος.
Την ίδια ώρα, ευνοημένοι φαίνεται να είναι οι πολίτες που κατοικούν στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ κακή υγεία έχουν οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης. Ειδικότερα, μελέτη που πραγματοποίησε η GPO για λογαριασμό της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας αποτυπώνει την δραματική αυτή κατάσταση, η οποία σφραγίζει με τα πιο μελανά χρώματα την υγεία των Ελλήνων.
Συνοπτικά, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης:
- Η υγεία του ελληνικού πληθυσμού καταγράφεται ως σταθερά πτωτική
- Για λόγους κόστους, ένα 25% του πληθυσμού δεν έλαβε τη θεραπεία του ή δεν έκανε ενδεδειγμένες εξετάσεις.
- Το 2015, σε σχέση με το 2011, καταγράφεται σημαντική αύξηση των μη εκφραζόμενων αναγκών για ιατρική περίθαλψη, εξαιτίας οικονομικών λόγων
- Πτώση του επιπέδου της υγείας στις νεαρές ηλικίες, μεταξύ 2011 και 2015
- 42% των ατόμων που απάντησαν στη έρευνα έχει διαγνωστεί με χρόνιο νόσημα (καρδιολογικό, ενδοκρινολογικό, πνευμονολογικό): περισσότεροι από τους μισούς είναι γυναίκες, 2 στους 3 είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι, ενώ 1 στους 5 ασθενείς με χρόνιο πρόβλημα παραμένει καπνιστής –με την αναλογία αυτή να είναι 1 στους 3 για τους ασθενείς με χρόνιο πνευμονολογικό πρόβλημα
- Υψηλή νοσηρότητα του μεταβολικού συνδρόμου: 59% του δείγματος που έκανε χρήση υπηρεσιών υγείας είναι παχύσαρκοι και υπέρβαροι
Παρότι επικρατεί η γενική εντύπωση ότι υπάρχει επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του πληθυσμού, αυτό δεν καταγράφεται από την έρευνα, εκτός από την αυτοαναφορά αύξησης της καταθλιπτικής διάθεσης. Μετά την παρουσίαση της έρευνας από τον κύριο Τάκη Θεοδωρικάκο και τους ερευνητές του Τομέα Οικονομικών της Υγείας της ΕΣΔΥ, τα αποτελέσματα σχολίασαν οι καθηγητές Αντιγόνη Λυμπεράκη και Γεώργιος Μέργος.
Σταθερά πτωτική η ελληνική υγεία
Ο Πρόεδρος της GPO & Διδάσκων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών κ. Τ. Θεοδωρικάκος, στην παρουσίασή του με τίτλο «Διερεύνηση των επιπτώσεων των πολιτικών λιτότητας στις συμπεριφορές υγείας: Ανάλυση της αυτοαναφερόμενης κατάστασης υγείας στην Ελλάδα», ανέλυσε τα κεντρικά ευρήματα της έρευνας. Παρουσίασε τη διαχρονική εξέλιξη της μελέτης για το επίπεδο υγείας του πληθυσμού που προκύπτει από μια σειρά μελετών που έχει πραγματοποιήσει η εταιρεία του σε συνεργασία με την ΕΣΔΥ.
Η υγεία του ελληνικού πληθυσμού καταγράφεται ως σταθερά πτωτική, παρότι το προσδόκιμο ζωής την ίδια περίοδο έχει σημειώσει άνοδο 2 μονάδων. Ο ομιλητής επισήμανε ότι υπάρχει ευθεία συσχέτιση του αυτοαναφερόμενου επιπέδου υγείας με το εισόδημα, που κατά μέσον όρο βαθμολογείται 74%, με το 100 να αντιστοιχεί σε άριστη υγεία.
Διαπιστώνεται συσχέτιση των χρόνιων προβλημάτων υγείας με την ηλικία, την παχυσαρκία αλλά και το μορφωτικό επίπεδο. Αρνητικά συναισθήματα από την οικονομική κρίση, όπως ανασφάλεια-αγωνία-φόβο, θυμό-αγανάκτηση, απογοήτευση-πίκρα-θλίψη, άγχος εξέφρασε ποσοστό άνω του 44% –τα άτομα με χαμηλό εισόδημα εμφανίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό.
Όσον αφορά την κοινωνική διάσταση της έρευνας, καταγράφηκε ότι περίπου 1/3 των Ελλήνων τον περισσότερο καιρό δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στους λογαριασμούς και ότι στην ομάδα του πληθυσμού που το σύνολο των εισοδημάτων κατευθύνεται σε λογαριασμούς και χρέη, η αυτοεκτίμηση υγείας είναι σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο.
Για λόγους κόστους, ένα 25% του πληθυσμού δεν έλαβε τη θεραπεία του ή δεν έκανε ενδεδειγμένες εξετάσεις. Η έρευνα έδειξε ορισμένα αποτελέσματα τα οποία αποτελούν εξισορροπητικούς παράγοντες στο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης, όπως μείωση στα ποσοστά του καπνίσματος, της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ή κόκκινου κρέατος, μια τάση που επιβεβαιώνεται στις μελέτες των τελευταίων 13 ετών.
Καλύτερη υγεία στη Θεσσαλονίκη και την Αττική
Στη συνέχεια, ο κύριος Δημήτρης Ζάβρας, Οικονομολόγος Υγείας, Τομέας Οικονομικών της Υγείας ΕΣΔΥ, στην ομιλία του με τίτλο «Μη ικανοποιημένη ανάγκη για ιατρική περίθαλψη», ανέφερε ότι δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ποσοστών του 2011 και του 2015.
Η κύρια αιτία μη έκφρασης αναγκών για ιατρική περίθαλψη είναι το κόστος, ενώ άλλοι παράγοντες που έχουν μελετηθεί, όπως η ευκολία πρόσβασης (χρόνος, απόσταση) ή αναβολή της περίθαλψης, δεν έχουν σημαντική επίπτωση στη λήψη της απόφασης για αναζήτηση περίθαλψης. Συμπερασματικά, το 2015, σε σχέση με το 2011, καταγράφεται σημαντική αύξηση των μη εκφραζόμενων αναγκών για ιατρική περίθαλψη εξαιτίας οικονομικών λόγων.
Οι ερευνητές της ΕΣΔΥ, Αντώνιος Χαρώνης (Οικονομολόγος της Υγείας, Ερευνητής ΕΣΔΥ) και Μαρία Μαυρίκου (Δημόσια Πολιτική – Δημόσια Υγεία, ΕΣΔΥ) παρουσίασαν επιμέρους τμήματα της έρευνας. Ο κύριος Χαρώνης αναφέρθηκε σε δύο μοντέλα, παρουσιάζοντας στοιχεία ανά γεωγραφική περιοχή:
Τα υψηλότερα ποσοστά καλής υγείας καταγράφονται στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη, ενώ τα χειρότερα στα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, λόγω δυσχερούς πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας. Ένα ποσοστό που ο ομιλητής χαρακτήρισε ανησυχητικό είναι η πτώση του επιπέδου της υγείας στις νεαρές ηλικίες, μεταξύ 2011 και 2015. Όσον αφορά τον αυτοχαρακτηρισμό του επιπέδου υγείας ανά εισοδηματική κατηγορία, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν καλύτερος αναλογικά με το ύψος του εισοδήματος, με εξαίρεση τα άτομα χωρίς «καθόλου εισοδήματα», τα οποία αναφέρουν καλή υγεία. Αυτό το παράδοξο εύρημα αποδίδεται στη νεαρή ηλικία των ατόμων που ανήκουν σε αυτή την εισοδηματική κατηγορία.
Η κυρία Μαυρίκου εστίασε στο τμήμα του δείγματος της έρευνας που έχει διαγνωστεί με χρόνιο νόσημα (καρδιολογικό, ενδοκρινολογικό, πνευμονολογικό) και ανέρχεται σε 42% των ατόμων που απάντησαν στη έρευνα. Από αυτούς, περισσότεροι από τους μισούς είναι γυναίκες, 2 στους 3 είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι, ενώ 1 στους 5 ασθενείς με χρόνιο πρόβλημα παραμένει καπνιστής –με την αναλογία αυτή να είναι 1 στους 3 για τους ασθενείς με χρόνιο πνευμονολογικό πρόβλημα. Η μελέτη επιβεβαιώνει, επομένως, την υψηλή νοσηρότητα του μεταβολικού συνδρόμου και καταγράφει ότι ένα 59% του δείγματος που έκανε χρήση υπηρεσιών υγείας είναι παχύσαρκοι και υπέρβαροι.
Η χρηματοδότηση της έρευνας έγινε από την εταιρεία Merck κατόπιν διαγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και στη βάση ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει ένα case report σύγχρονης ανεπτυγμένης χώρας σε οικονομική κρίση και να ληφθούν χρήσιμα συμπεράσματα. Με τις εφαρμογές της μελέτης και τις επαναλήψεις της από το 2001 μέχρι σήμερα έχουν συλλεγεί πολλά δεδομένα και 25.000 ερωτηματολόγια τα οποία έχουν αξιοποιηθεί.