Του Γρηγόρη Μυστιλιάδη
Ο Αθλητισμός ήταν μια από τις πτυχές της ζωής όπου η παγκοσμιοποίηση και η έλλειψη συνόρων έκανε γρήγορα αισθητή την εμφάνισή της. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, η ύπαρξη αθλητών που έμειναν σε όλη τους την καριέρα «πιστοί» στα χρώματα μιας ομάδας ή ενός συλλόγου, ανεξαρτήτως αθλήματος, τείνει προς εξαφάνιση. Οι μεταγραφές είναι μέρος του παιχνιδιού, και αυτό που κάνει ίσως τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι δεν περιορίζονται πια ανάμεσα σε ομάδες, αλλά ακόμα και ανάμεσα σε χώρες. Από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, είναι πολλά τα παραδείγματα αθλητών που άλλαξαν σημαία και οι λόγοι ποικίλουν. Οι Αφρικανοί δρομείς, η αφρόκρεμα των μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, έγιναν Ευρωπαίοι, γιατί οι χώρες που τους υποδέχτηκαν είχαν τη δυνατότητα να τους παρέχουν τις απαιτούμενες συνθήκες για να φτάσουν στα αθλητικά τους όρια. Η μεγάλη Μέρλιν Ότει που δόξασε για χρόνια τη Τζαμάικα στα σπριντ βρήκε σε μεγάλη ηλικία καταφύγιο στη Σλοβενία, όταν πια η χώρα της την παραμέρισε για νεότερες αθλήτριες με καλύτερους χρόνους αλλά εκείνη ένιωθε ακόμα την ανάγκη να αγωνίζεται. Ακόμα και εμείς, δύο περίπου δεκαετίες πριν, τις εποχές των παχιών αγελάδων, κάναμε τις δικές μας μεταγραφές από την Αλβανία και τη Γεωργία, δημιουργώντας την dream team της άρσης βαρών που έκανε περίπου τον ίδιο πάταγο τόσο ανεβαίνοντας στην κορυφή του κόσμου όσο και πέφτοντας από αυτήν, μέσα σε ένα ορυμαγδό από καταγγελίες για ντόπινγκ.
Αυτά παλιά. Γιατί τώρα η κατάσταση της χώρας μας είναι τέτοια που η Γεωργία είμαστε εμείς. Τα φαινόμενα αθλητών μας που δέχονται κρούση από άλλες χώρες για να αγωνιστούν με τα χρώματά τους πληθαίνουν συνεχώς, μιας και η Ελλάδα αδυνατεί πια να στηρίξει τα παιδιά της. Η αιμορραγία νέων ανθρώπων που υφίσταται η χώρα δεν περιορίζεται μόνο στους μετανάστες που αναζητούν δουλειά σε άλλες χώρες της Ευρώπης, γιατί εδώ απλά δεν υπάρχει, αλλά πλήττει πλέον και τον πολύπαθο χώρο του Αθλητισμού. Πριν λίγες μέρες, η Ολυμπιονίκης μας στο Λονδίνο στο αγώνισμα της ξιφασκίας, Βάσω Βουγιούκα, αποκάλυψε σε συνέντευξή της ότι είχε πρόταση από την Ομοσπονδία της Τουρκίας να κατέβει στις επόμενες διοργανώσεις με τη δική της σημαία, μια πρόταση καθ’ όλα ζηλευτή. Οι Τούρκοι της πρόσφεραν 100.000 ευρώ μόνο για τη μεταγραφή, ενώ κάθε επιτυχία θα της απέφερε και επιπλέον μπόνους. Η πέμπτη θέση στην Ολυμπιάδα, για παράδειγμα, θα της είχε αποφέρει άλλα 100.000 ευρώ αν είχε έρθει για λογαριασμό της Τουρκίας. Σε αυτά προσθέστε και τη δυνατότητα προπόνησης σε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις, την παροχή ενός ολόκληρου προπονητικού και ιατρικού τιμ και γενικά, όλα όσα χρειάζεται ένας αθλητής για τη σωστή προετοιμασία του. Η Βουγιούκα αρνήθηκε. «Αυτό που με κράτησε ήταν ότι είμαι Ελληνίδα και πως, παρά τις δύσκολες στιγμές που περνάμε θα πρέπει να μείνουμε εδώ και να βοηθήσουμε. Όταν αντιπροσωπεύω τη χώρα μου είμαι πολύ περήφανη για αυτό», τόνισε.
Ο Σιδέρης Τασιάδης, πάλι, δεν είχε την ίδια άποψη. Ο αθλητής του κανόε – καγιάκ και ασημένιος Ολυμπιονίκης στο Λονδίνο με τα χρώματα της Γερμανίας, μεγάλωσε στην Ορεστιάδα και μετακόμισε στη Γερμανία σε ηλικία 10 ετών. Στις δηλώσεις του μετά τη μεγάλη του επιτυχία, είχε τονίσει σε άπταιστα ελληνικά ότι νιώθει περισσότερο Γερμανός παρά Έλληνας. Τότε πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν ένα 22χρονο παιδί «μισθοφόρο» και «προδότη». «Η Ελλάδα ποτέ δεν μου προσέφερε τίποτα. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν με πήρε ποτέ ένας υπεύθυνος για τις κατά καιρούς επιτυχίες μου. Δεν με διεκδίκησε κανείς. Δεν βοήθησε την οικογένειά μου, η οποία μετανάστευσε για να μπορέσει να με μεγαλώσει σωστά. Αντίθετα, η Γερμανία με ανακάλυψε, με ανέδειξε, μου έδωσε όλα τα εφόδια για να αναπτυχθώ αθλητικά. Εκεί ποτέ κανείς δε με είδε διαφορετικά λόγω της καταγωγής μου. Το μόνο που συνάντησα ήταν σεβασμός», δήλωνε το καλοκαίρι ο Τασιάδης.
Αλήθεια, σε ποια από τις καθημερινές μας συναναστροφές συναντάμε σεβασμό; Νιώθω περίεργα γιατί ζηλεύω αυτό που αναγνωρίζω στις δηλώσεις του Τασιάδη και ποτέ δε γνώρισα στη χώρα μου. Εδώ γνώρισα νεοπλουτισμό, διαφθορά, νοθεία, ψεύτικες υποσχέσεις, οικονομική και κοινωνική καταπίεση των ασθενέστερων, ανεπαρκή και ψευδή μόρφωση των παιδιών, απόρριψη και περιθωριοποίηση των νέων ανθρώπων, βία, όχλο, λογοκρισία και, εσχάτως, ρατσισμό. Εδώ που «όλοι οι Βορειοηπειρώτες εκτός του Πύρρου είναι Αλβανοί». Που οι Τούρκοι είναι ο εχθρός αλλά ο Κεμάλ μεγαλοπρεπής. Που εμείς οι γονείς δε θέλουμε αλλοδαπούς στα σχολεία μας. Κάποιοι έχουν ακόμα μούτρα να μιλάνε για προδότες. Ίσως γιατί δεν ίδρωσαν ποτέ, για να μπορέσουν να σεβαστούν τον ιδρώτα του άλλου. Για να μπορέσουν να σεβαστούν γενικότερα.
Επικροτώ τη Βουγιούκα ως μια ακόμα ρομαντική περίπτωση και τη θαυμάζω για το σθένος και το κουράγιο της. Την ώρα που όλοι πηδάνε από το καράβι, είναι ασύλληπτο το πώς κάποιοι μένουν πίσω ενώ τους περιμένει ένα καράβι ακόμα μεγαλύτερο με ανοιχτά πανιά και φρεσκοσφουγγαρισμένο το κατάστρωμα. Μακάρι να μπορούσα να πω ότι αρνήθηκε «και πολύ καλά έκανε», αλλά δε μου βγαίνει. Ίσως γιατί αυτή την εποχή η Ολυμπιονίκης του Λονδίνου προπονείται, με όσα μέσα διαθέτει, για την επόμενη Ολυμπιάδα στο Ρίο. Εκεί που όπως δηλώνει με μια ανεπαίσθητη πικρία, εύχεται «να καταφέρει να πάει, γιατί χρειάζονται χρήματα…»