Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Σαλούτ

Σαλούτ
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Του Γρηγόρη Μυστιλιάδη

Είναι κάποιες στιγμές στην ανθρώπινη πορεία μέσα στο χρόνο που σου μένουν. Όχι μεγάλα γεγονότα, όχι ιστορικές συγκυρίες. Μόνο απλές πράξεις, που σημαδεύουν την αντίληψή σου για αυτόν τον κόσμο. Πριν λίγες μέρες ήταν η επέτειος ενός τέτοιου περιστατικού, που δεν ξεχάστηκε βέβαια, δεν πήρε όμως ποτέ τη θέση που του άξιζε στην ιστορία. Ένα συναρπαστικό περιστατικό, μια άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία που έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων ως «Σαλούτ», ο χαιρετισμός. Καμιά φορά, μια πράξη λέει πολλά περισσότερα από φωνές, πολέμους και επαναστάσεις.

Το πρωί της 16ης Οκτωβρίου του 1968, στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Πόλη του Μεξικού, επρόκειτο να λάβει χώρα ο τελικός του αγωνίσματος των 200 μέτρων ανδρών. Ο Αμερικανός Τόμι Σμιθ κερδίζει την κούρσα σημειώνοντας μάλιστα παγκόσμιο ρεκόρ, με τον Αυστραλό Πίτερ Νόρμαν να τερματίζει δεύτερος και τον επίσης Αμερικανό Τζον Κάρλος στην τρίτη θέση. Λίγες ώρες αργότερα, στην τελετή απονομής των μεταλλίων, οι δύο Αμερικανοί είχαν πάρει την απόφαση να περάσουν ένα μήνυμα στον κόσμο που παρακολουθούσε. Αμφότεροι έντονα πολιτικοποιημένοι και ευαισθητοποιημένοι όσον αφορά τα ζητήματα ρατσισμού που στιγμάτισαν τη χώρα τους από τη γέννησή της ακόμα, γνωστοποιούν τις προθέσεις τους στον Νόρμαν. Ο Αυστραλός, δηλωμένος πολέμιος του ρατσισμού που είχε κάνει την εμφάνισή του και στη δική του χώρα μέσω της απόφασης για τη Λευκή Αυστραλία που απαγόρευε τη μετανάστευση μη λευκών, αποφασίζει να τους στηρίξει.

Οι τρεις αθλητές εμφανίζονται στην τελετή και σοκάρουν την Υφήλιο. Οι δύο Αμερικανοί παρουσιάζονται ξυπόλητοι, φορώντας μόνο μαύρες κάλτσες για να συμβολίσουν τη φτώχεια των μαύρων στις Η.Π.Α. Ο Σμιθ φορά στο λαιμό ένα μαύρο μαντήλι για τη μαύρη υπερηφάνεια, ενώ ο Κάρλος έχει το τζάκετ του ανοιχτό δηλώνοντας την αλληλεγγύη του στους εργάτες της Αμερικής και φορά στο λαιμό ένα μενταγιόν με χάντρες που, σύμφωνα με τον ίδιο, συμβολίζουν «όλους εκείνους που λιντσαρίστηκαν από τον όχλο, που δολοφονήθηκαν χωρίς ποτέ να ακουστεί μια προσευχή για τις ψυχές τους, που κρεμάστηκαν και βασανίστηκαν, για εκείνους που τους πέταξαν από τα καράβια στη μέση του ωκεανού στο πέρασμα από την Αφρική». Με πρωτοβουλία του Νόρμαν, που στέκεται δίπλα τους στο βάθρο, και οι τρεις φορούν κονκάρδες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως αποκάλυψε αργότερα ο Κάρλος, αυτός ήταν και ο σκοπός της διαμαρτυρίας τους και όχι η στήριξη στην «Black Power», όπως λανθασμένα έγραψαν αρχικά κάποια μέσα. Την ώρα της ανάκρουσης του Εθνικού Ύμνου των Η.Π.Α., ο Νόρμαν παραμένει σιωπηλός ενώ οι δύο Αμερικανοί σκύβουν το κεφάλι και υψώνουν τη γροθιά φορώντας ένα μαύρο γάντι, διαμαρτυρόμενοι για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των μαύρων συνανθρώπων τους στις Η.Π.Α. και όχι μόνο.

Ακολουθεί πανδαιμόνιο. Το κοινό στο στάδιο αποδοκιμάζει έντονα τους τρεις αθλητές, αλλά τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα. Η Ολυμπιακή Επιτροπή αποφασίζει ότι η πράξη τους δεν έχει θέση σε μια διοργάνωση που δεν έχει να κάνει σε τίποτα με πολιτικά ζητήματα και αποφασίζει την αποβολή τους από τους Αγώνες. Η ίδια Επιτροπή που δεν είδε τίποτα μεμπτό στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, όπου επέτρεψε το ναζιστικό χαιρετισμό των Γερμανών Αθλητών, με τη δικαιολογία πως επρόκειτο για «εθνικό» χαιρετισμό και δεν είχε να κάνει με πολιτικά ζητήματα. Όταν η αμερικανική ομοσπονδία διαμαρτύρεται, η Επιτροπή απειλεί να αποβάλει ολόκληρη την αμερικανική ομάδα στίβου. Κάπου εκεί οι Αμερικανοί αποφασίζουν ότι αρκετά στήριξαν τους δύο αθλητές τους και κάνουν πίσω. Ο Σμιθ και ο Κάρλος αποβάλλονται από τους αγώνες και αποχωρούν από το Ολυμπιακό χωριό.

Πίσω στις Η.Π.Α., οι δύο αθλητές διασύρονται από τα ΜΜΕ και δέχονται συνεχείς απειλές για τη ζωή τους. Το περιοδικό Time (ναι, το γνωστό…) κυκλοφορεί με εξώφυλλο όπου παραφράζει το μότο των Ολυμπιακών Αγώνων «πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά» με το «πιο θυμωμένα, πιο βρώμικα, πιο άσχημα». Στην Αυστραλία, ο Νόρμαν δέχεται την επίπληξη των Αρχών και αποκλείεται από την αποστολή των επόμενων Ολυμπιακών Αγώνων, παρά το γεγονός ότι έχει πιάσει το απαιτούμενο όριο. Θα περάσουν πολλά χρόνια, μέχρι το 2010 η Ολυμπιακή Επιτροπή με ανάρτηση στην επίσημη ιστοσελίδα της να αναγνωρίσει ότι «πάνω από τα μετάλλια και τις νίκες, οι μαύροι Αμερικανοί αθλητές έγιναν διάσημοι με τον αγώνα τους εναντίον του ρατσισμού». Μια ανάρτηση καθυστερημένη, περιττή και ολότελα ανόητη, μιας και την αλήθεια την είχε πει με μερικές πικραμένες λέξεις λίγες στιγμές μετά το περιστατικό, 42 ολόκληρα χρόνια πριν, ο Τόμι Σμιθ : «Όταν κερδίζω, είμαι Αμερικανός και όχι μαύρος. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, είμαι ένας Νέγρος. Είμαστε μαύροι και περήφανοι για αυτό. Ό, τι κι αν πουν, η Μαύρη Αμερική θα καταλάβει αυτό που κάναμε απόψε».

38 ολόκληρα χρόνια μετά το Μεξικό, το 2006, ο Νόρμαν πεθαίνει στη Μελβούρνη σε ηλικία 64 ετών. Ο Σμιθ και ο Κάρλος ταξιδεύουν στην Αυστραλία για την κηδεία του και κουβαλούν το φέρετρο του άλλοτε συναθλητή τους, του άγνωστου λευκού που κάποτε στάθηκε στο πλευρό τους όταν η ίδια τους η πατρίδα τους αποκήρυξε. Ένα τελευταίο αντίο, μια τελευταία κοινή διαδρομή τριών ανθρώπων που δε φοβήθηκαν να πάνε κόντρα στα κακώς κείμενα της εποχής τους και να χρησιμοποιήσουν το βήμα που το αθλητικό ταλέντο τους έδωσε για να διαμαρτυρηθούν και να στηρίξουν τους συνανθρώπους τους που υφίσταντο το ρατσισμό, την αδικία και την ταπείνωση από τους ισχυρούς του κόσμου. 44 χρόνια μετά, ο φόβος είναι ακόμα εδώ, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Όσο για εκείνους που θα κάνουν την υπέρβαση και θα τολμήσουν να τον κοιτάξουν στα μάτια, αναζητούνται…

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Thin Lizzy - Τα αγόρια επιστρέφουν στην πόλη

Σαλούτ