του Γιώργου Παπαδημητρίου
Η πολυπόθητη κυβέρνηση συνεργασίας είναι πραγματικότητα γιατί το ομαδικό σεξ είναι πάντα πιο ενδιαφέρον από το ατομικό, η νίκη των «φιλοευρωπαϊκών» δυνάμεων εγγυάται ότι θα εξαθλιωθούμε με στιλ και όχι με μιζέρια, ήτοι με ευρώ και όχι με δραχμές, αλλά όλες αυτές οι λεπτομέρειες περνούν σήμερα σε δεύτερη μοίρα. Το επίκεντρο των εξελίξεων της 22ης Ιουνίου έχει σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, οριοθετείται από γραμμές από ασβέστη, ενώ οι εκπρόσωποι της λαϊκής (λέμε τώρα…) κυριαρχίας θα μειωθούν από 300 σε 12 με 15 (συνυπολογιζομένων των πιθανών αλλαγών και του προπονητή). Μέσο άσκησης κρατικής διπλωματίας, απενοχοποιημένο πεδίο εκδήλωσης εθνικισμού, εργαλείο αποχαύνωσης των μαζών, προσθέστε όσα άσχημα στοιχεία θέλετε στη λίστα, το μόνο σίγουρο είναι πως το ποδόσφαιρο υπήρξε ανέκαθεν κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό παιχνίδι. Αν θέλουμε να αναλύσουμε την αμιγώς αθλητική σαγήνη που προκαλεί, τα πράγματα είναι απλούστατα. Είναι και θα είναι ο βασιλιάς των ομαδικών αθλημάτων, διότι σε κανένα άλλο άθλημα δεν υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει ο αδύναμος τον ισχυρό, ο ατάλαντος τον ταλαντούχο, ο φτωχός τον πλούσιο, ο νάνος τον γίγαντα. Ας ανατρέξουμε όμως σε ποδοσφαιρικές μονομαχίες που απέκτησαν πολύ ευρύτερες διαστάσεις από μία απλή αθλητική αναμέτρηση.
Ελβετία, 1954: Το πρώτο Μουντιάλ που διεξήχθη σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε εύλογα ως οικοδέσποινα την Ελβετία. Στον τελικό αναμετρούνται η –επί έξι χρόνια αήττητη- σαρωτική αρμάδα της Ουγγαρίας με τη Δυτική Γερμανία. Στη φάση των ομίλων της ίδιας διοργάνωσης η Ουγγαρία είχε συντρίψει τους δύσμοιρους Δυτικογερμανούς με το εκκωφαντικό 8-3, ενώ στα πρώτα 8 λεπτά του τελικού το σκορ ήταν ήδη 2-0 υπέρ των Μαγυάρων. Το τελικό όμως σκορ θα γράψει 3-2 υπέρ της Δυτικής Γερμανίας, με τον Γερμανό σπίκερ να αναφωνεί «Η Γερμανία είναι και πάλι κάτι!» και τις φήμες για εξαγορά της νίκης με αντάλλαγμα αγροτικά μηχανήματα να μην έχουν ξεθωριάσει ακόμη. Μία χώρα που έψαχνε απεγνωσμένα συνεκτικούς κρίκους για να φτιάξει μία συμπαγή εθνική αλυσίδα βρήκε διέξοδο περηφάνιας στο ποδόσφαιρο καθοδόν προς το οικονομικό της θαύμα. Στην πλευρά των ηττημένων, η ήττα έδωσε το έναυσμα για διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, γεννώντας τις πρώτες σπίθες που έφεραν την ανάφλεξη της εξέγερσης του 1956.
Ελ Σαλβαδόρ - Ονδούρα, 1969: Από τις αρχές του 20ου αιώνα, το μεταναστευτικό ρεύμα από το πυκνοκατοικημένο Ελ Σαλβαδόρ προς την αραιοκατοικημένη Ονδούρα είχε λάβει πολύ μεγάλες διαστάσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 μάλιστα, οι μετανάστες από το Ελ Σαλβαδόρ αντιπροσώπευαν το 15% του πληθυσμού της Ονδούρας. Όταν ο δικτάτορας της Ονδούρας, Οσβάλντο Λόπες Αρεγιάνο, προέβη σε αναδασμό γης υπό το βάρος της εντεινόμενης λαϊκής οργής δεν τόλμησε να αγγίξει μήτε τους ντόπιους μεγαλοκτηματίες μήτε την «United Fruit Company» που κατείχε τεράστιες εκτάσεις γης. Μόνη διέξοδος η ακίνητη περιουσία των μεταναστών από το Ελ Σαλβαδόρ, την οποία και δήμευσε. Η κίνηση αυτή υποδαύλισε την ήδη υπάρχουσα ένταση μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες συμπτωματικά μάχονταν εκείνη την εποχή για την πρόκρισή στο Μουντιάλ του 1970, με τις μεταξύ τους αναμετρήσεις να συνοδεύονται από εκατέρωθεν ταραχές και επεισόδια. Στις 6 Ιουνίου, η Ονδούρα επικρατεί εντός έδρας με 1-0, ενώ εννιά μέρες αργότερα το Ελ Σαλβαδόρ απαντά με νίκη με 3-0. Δεδομένου ότι δεν ίσχυε τότε ο κανονισμός των εκτός έδρας γκολ, διεξήχθη τρίτος αγώνας στις 27 Ιουνίου σε ουδέτερο έδαφος, στον οποίο επικράτησε το Ελ Σαλβαδόρ με 3-2. Μία μέρα νωρίτερα το Ελ Σαλβαδόρ διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ονδούρα, στην οποία εισέβαλε στις 14 Ιουλίου. Στις 16 Ιουλίου, η κατάσταση στο πολεμικό μέτωπο ήταν ήδη στάσιμη με τα στρατεύματα του Ελ Σαλβαδόρ να έχουν εισχωρήσει σε βάθος 8 χιλιομέτρων στην ονδουριανή ενδοχώρα, αλλά να παραμένουν καθηλωμένα σε αυτό το σημείο. Το βράδυ της 18ης Ιουλίου επετεύχθη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός, η οποία τέθηκε σε ισχύ δύο ημέρες αργότερα. Η πολεμική σύρραξη των δύο χωρών έμεινε στην ιστορία με την επωνυμία «Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου», άφησε πίσω της 6.000 νεκρούς και 100.000 εκτοπισμένους, ισχυροποίησε την στρατιωτική χούντα στην Ονδούρα και αποτέλεσε αφορμή για τον εμφύλιο πόλεμο στο Ελ Σαλβαδόρ, ο οποίος τερματίστηκε μόλις το 1991…
Χιλή, 1973:. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, ο επικεφαλής του χιλιανού στρατού, Αουγκούστο Πινοσέτ, ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο Πρόεδρο Σαλβαντόρ Αλιέντε και εγκαθίδρυσε μία από τις στυγνότερες στρατιωτικές δικτατορίες που γνώρισε η ανθρωπότητα. Την επομένη κιόλας, το εθνικό ποδοσφαιρικό στάδιο της πρωτεύουσας Σαντιάγκο λειτούργησε ως χώρος κράτησης, βασανιστηρίων, ανακρίσεων και εκτελέσεων πολιτικών κρατούμενων. Στις 21 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ήταν προγραμματισμένος ο επαναληπτικός αγώνας μπαράζ της εθνικής ομάδας της Χιλής με την αντίστοιχη της πρώην ΕΣΣΔ, με έπαθλο ένα εισιτήριο για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της επόμενης χρονιάς. Οι Σοβιετικοί ενημερώνουν έγκαιρα πως αρνούνται να αγωνιστούν σε αυτό το σφαγείο και η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (η γνωστή μας FIFA) στέλνει δύο αξιωματούχους της για να ερευνήσουν το θέμα. Ένα χρόνο αργότερα διαρρέει το έγγραφο της αναφοράς τους, το οποίο αποτελεί θα μπορούσε άνετα να αποτελεί ρεπορτάζ ταξιδιωτικού οδηγού. Απολαύστε σε ελεύθερη μετάφραση: «Όλα είναι στην εντέλεια, η Χιλή είναι μία όμορφη χώρα, με καλές συγκοινωνίες και καλό οδικό δίκτυο, ενώ το γήπεδο που χρησιμοποιείται αυτή την περίοδο ως ανακριτικό κέντρο, σύντομα θα εκκενωθεί και θα είναι έτοιμο για αθλητικές δραστηριότητες». Το παιχνίδι διεξάγεται κανονικά, οι παίκτες της Χιλής κάνουν τη σέντρα, ανταλλάσσουν μερικές πάσες και σκοράρουν εντός λίγων δευτερολέπτων το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης. Απέναντί τους δεν βρίσκεται κανείς…