Tου Γιώργου Παπαδημητρίου
Σήμερα, στις 23:00 ώρα Ελλάδος, περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη αναμένεται να παρακολουθήσουν το ίδιο τηλεοπτικό πρόγραμμα, την έναρξη των τριακοστών Ολυμπιακών Αγώνων. (Στην αρίθμηση προσμετρούνται από την ΔΟΕ και οι ματαιωθέντες αγώνες του 1916, του 1940 και του 1944.) Η τελετή έναρξης, όπως σε κάθε Ολυμπιάδα, θα περιλαμβάνει έναν αχταρμά πολιτισμικών σημείων αναφοράς της διοργανώτριας χώρας για να ικανοποιήσει όλα τα καταναλωτικά γούστα. Ευθείες αναφορές στον Ουίλιαμ Σαίξπηρ και τον συνονόματό του ποιητή, Ουίλιαμ Μπλέικ, για να ξεμπερδεύουμε εξαρχής με το ζήτημα της βαριάς κουλτούρας. Μουσική επένδυση με τραγούδια από θρυλικά βρετανικά συγκροτήματα (The Beatles, The Who, Sex Pistols) γιατί ως γνωστόν οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι ένας πολύ «ροκ» και αντισυμβατικός θεσμός… Ο πράκτωρ 007, Τζέιμς Μποντ, για να δώσει μία περιπετειώδη και κινηματογραφική χροιά στο όλο γεγονός. Τέλος, χαρακτήρες από πασίγνωστα παιδικά παραμύθια, όπως ο Πίτερ Παν, η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και ο νεόκοπος Χάρι Πότερ, διότι τα πιο δημοφιλή προϊόντα στις μέρες μας είναι αυτά που φέρουν την ετικέτα «για όλη την οικογένεια». Ενορχηστρωτής της πανήγυρης ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, ο κύριος Ντάνι Μπόιλ, ένας σκηνοθέτης που έχει μπερδέψει ανεπιστρεπτί τον κινηματογράφο με το βίντεο κλιπ, ένας πιστός υπηρέτης της κούφιας από περιεχόμενο εικόνας.
Η προβολή των επικείμενων Ολυμπιακών Αγώνων από τα ελληνικά ΜΜΕ κρίνεται από περιορισμένη ως πενιχρή, ενώ οποιοδήποτε αυτοσχέδιο γκάλοπ με ερωτηθέντες Έλληνες πολίτες θα έδινε ως συχνότερη απάντηση κάτι του στιλ: «Ποιοι Ολυμπιακοί Αγώνες μωρέ, ποιος νοιάζεται, εδώ ο κόσμος καίγεται…» Πολύ σωστά πατριώτη, καλά τα λες, τι έλεγες όμως οκτώ χρονάκια πριν; Επειδή όπως πολύ καλά ξέρουμε η μνήμη τείνει να είναι επιλεκτική και βραχύβια -ιδιαίτερα στην Ελλάδα- μην μπεις στον κόπο να απαντήσεις, θα σου θυμίσω εγώ τι έκανες πριν 8 καλοκαίρια. Ναι, ναι, τότε, μεταξύ 13 και 29 Αυγούστου 2004, όταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες σαν απολωλότα πρόβατα «επέστρεφαν σπίτι τους», στο αττικό λεκανοπέδιο. Ας μην είμαστε όμως αρνητικά προκατειλημμένοι. Μία πιθανή εξήγηση για τη διαφορά στάσης οχτώ χρόνια μετά μπορεί να έγκειται στην ιλιγγιώδη ωρίμανση των πολιτών και των δημοσιογράφων του ελληνικού κράτους, οι οποίοι ξάφνου ανακάλυψαν την πραγματική διάσταση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Το πανηγύρι απιθανικομμυρίων (μονάδα μέτρησης της περιουσίας του Σκρουτζ Μακ Ντακ) δηλαδή, το οποίο στήνουν χορηγοί, εταιρίες τηλεπικοινωνιών, κατασκευαστικές εταιρίες, διαφημιστές, εταιρίες αθλητικών ειδών, κολοσσοί των medias και άλλα τέτοια ευαγή ιδρύματα. Τη γιορτή της ντόπας, την υποκρισία που τη συνοδεύει, τη βιτρίνα των σάπιων και φαιδρών ιδεωδών, τη σαρωτική αποθέωση του χαζοχαρούμενου εθελοντισμού. (Μικρή παρένθεση περί εθελοντισμού. Ο εθελοντισμός είναι μία όμορφη δραστηριότητα όταν τελείται με ίσους όρους για όλους τους συμμετέχοντες και έχει ως απώτερο σκοπό το κοινό καλό. Για παράδειγμα, θα ήταν υπέροχο μία παρέα εθελοντών να αναστήλωνε ένα από τα πολλά πανέμορφα και αναξιοποίητα κτήρια της Θεσσαλονίκης, να αναλάμβανε τον καθαρισμό και την ανάπλαση κάποιου πάρκου που έχει ερημώσει κοκ. Άλλο πράγμα όλα τα προαναφερθέντα και άλλο ο εθελοντισμός ως απλήρωτη εργασία για να θησαυρίσουν ακόμη περισσότερο κάποιοι, με το πρόσχημα μίας ψευδούς «μεγάλης ιδέας». Κλείσιμο της παρένθεσης για τον εθελοντισμό.) Επειδή όμως, θαύματα δεν γίνονται και δεν κυκλοφορούν ακόμη «σουπερμαντολίνι» ωρίμανσης, μάλλον η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι έσπασε η γυάλα του 2004 και μουσκέψαμε.
Το μακρινό 2004 λοιπόν, οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν η κορωνίδα του μακρόπνοου και στοχευμένου πλάνου κατασκευής ενός μυθεύματος, αυτού της ισχυρής Ελλάδας. Μέσα σε ένα περιρρέον κλίμα πλήρους αποβλάκωσης και σε ένα μεθυστικό σύννεφο ανελέητου ντοπαρίσματος, χορηγήθηκαν τεράστιες ποσότητες ψεύτικου γοήτρου, τεχνητής αίγλης, επιφανειακής περηφάνιας, οι οποίες καταναλώθηκαν μέχρι τελευταίας μπουκιάς και σταγόνας. Μίζες, βολέματα, ξέπλυμα χρήματος και αλισβερίσια που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Δείκτες ανάπτυξης που χοροπηδούσαν σα να τους είχαν βάλει πάνω σε τραμπολίνο, παραπλανώντας σχετικά με τα αληθινά δεδομένα και μεγέθη της οικονομίας. Εγκαταλελειμμένες αθλητικές εγκαταστάσεις που πλέον μαραζώνουν, σαν ψεύτικα παλάτια ενός απατηλού κόσμου ευμάρειας που υπήρξε μόνο στη φαντασία μας. Δουλική και μοιρολατρική ευγνωμοσύνη για αυτονόητα έργα που σε οποιαδήποτε άλλη πολιτισμένη χώρα θεωρούνταν αυτονόητα δεκαετίες πριν (βλέπε Αττική Οδός). «Impossible is nothing» έλεγε ένα διαφημιστικό σλόγκαν της εποχής και είχε απόλυτο δίκιο. Όλα τα παραπάνω απίστευτα κατέστησαν δυνατά με μια γεμάτη ταΐστρα με σανό γελοίας περηφάνιας.
Κάτι αρχίζεις να θυμάσαι πατριώτη σιγά σιγά, ε; Πες μου, ήσουν στα 70.000 προβατάκια που βέλαζαν «Κε-ντέ-ρης, Κε-ντέ-ρης» στο ΟΑΚΑ ή το επαναλάμβανες ρυθμικά στο μαντρί του σαλονιού σου; Πίστευες κι εσύ ότι η υφήλιος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το συναρπαστικό και θελκτικότατο σπορ της άρσης βαρών; Σου φάνηκε φυσιολογικός ο απολογισμός των 16 μεταλλίων για μία χώρα με μηδενικές αθλητικές υποδομές, με μηδενική αθλητική τεχνογνωσία και με υπό του μηδενός αθλητική παιδεία; Αντιμετώπισες κι εσύ όσους δεν συμμετείχαν στο πανηγυράκι του χωριού ως μίζερους, αντιδραστικούς, ξενέρωτους, μουρτζούφληδες, και σοβαροφανείς; Πες μου, οχτώ χρόνια μετά, σου αρέσει που έχεις «κάτσει κάτω από την μπάρα» για τα καλά; Αναρωτιέσαι μήπως πώς γίνεται να τα ξέχασες όλα αυτά, καθώς και πώς είναι δυνατόν να μην μπαίνει κανείς στον κόπο να σου τα θυμίσει; Μην φοβάσαι, είναι στις προβλεπόμενες παρενέργειες. «Όσοι περνούν τη χώρα της απόγνωσης παθαίνουν αμνησία», όπως λέει και το τραγούδι.