Τίτλος; Απώλεια
Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος
Αξιολόγηση: ***
Σκηνοθεσία: Τζον Κάμερον Μίτσελ
Παίζουν: Νικόλ Κίντμαν, Άαρον Έκχαρτ, Νταϊάν Γουίστ, Μάιλς Τέλερ, Σάντρα Σο
Διάρκεια: 91΄
Προβάλλεται: στο Odeon Πλατεία (τηλ.2310-290290) αιθ 7, στα Village Mediterranean Cosmos (τηλ.2310-499999) αίθουσες 2, 8 & 10, στο Ster Μακεδονία (τηλ.801 801 7837) αιθ 2 και στο Ολύμπιον (τηλ. 2310-378404).
Ο Τζον Κάμερον Μίτσελ σκηνοθετεί την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το καταπληκτικό μανιφέστο μιας τρανσέξουαλ τραγουδίστριας πανκ μουσικής στο «Hedwig and the angry inch» και το πιο αδύναμο και κραυγαλέο «Shortbus». Αυτή τη φορά μεταφέρει στο πανί το ομώνυμο βραβευμένο θεατρικό έργο του Ντέιβιντ Λίντσεϊ Αμπέρ, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, και καταπιάνεται με περισσή ευαισθησία με ένα θέμα δύσπεπτο αλλά και καθολικής αποδοχής, αυτό της απώλειας. Από την πρώτη κιόλας σκηνή αποσαφηνίζεται το μοτίβο που θα ακολουθήσει ακατάπαυστα μέχρι το τέλος. Η Μπέκα, μια γυναίκα μεσήλικας με σφιγμένα χαρακτηριστικά, είναι γονατιστή στον κήπο της και σκαλίζει το χώμα. Τα χρώματα ξεθωριασμένα, ξεπλυμένα, κρύα. Μια γειτόνισσα την πλησιάζει και καλεί αυτήν και το σύζυγό της το βράδυ για μπάρμπεκιου. Της μιλάει με προσοχή και αμηχανία, λες και η Μπέκα είναι τρελή. Η Μπέκα αρνείται με προσποιητή ευγένεια και η γειτόνισσα άθελά της πατάει και συνθλίβει ένα λουλούδι στον κήπο... Συνήθως στον κινηματογράφο πριν την απώλεια έχουμε τον πρόλογο της ευημερίας και της ευτυχίας. Τότε που όλα –μάλλον – ήταν καλά. Αυτήν τη φορά, μπαίνουμε στην άβυσσο με τη μία. Έχουν περάσει οχτώ μήνες από τότε που η Μπέκα και ο Χάουι έχασαν τον τετράχρονο γιο τους σ’ ένα τραγικό δυστύχημα. Έκτοτε περιφέρονται νεκροί-ζωντανοί σ’ ένα κόσμο φυσιολογικών ανθρώπων που ασχολούνται με πάθος με τα ασήμαντα και σημαντικά πράγματα της καθημερινότητας, και φαντάσματα τους στοιχειώνουν σε κάθε βήμα. Το σπίτι πάλλεται από την ένταση των αναμνήσεων, στο αυτοκίνητο ο Χάουι κρατάει το παιδικό κάθισμα, η Μπέκα σαν τρελή προσπαθεί να φωνάξει πως δεν είναι τρελή και απ’ τα βλέμματα όλων προβάλλεται σαν σε ταινία το τραγικό συμβάν του παρελθόντος. Προσπαθούν από κάτι να πιαστούν, να κοιτάξουν μπροστά, αλλά είναι μπλεγμένοι στον ιστό της απώλειας κι όσο κάνουν πως κινούνται, ο ιστός δεν τους λυπάται και τους σφίγγει με μανία. Και είναι εκπληκτικό πώς ο θρήνος μοιάζει με κολλητική αρρώστια πάνω τους, πώς ο κοινωνικός περίγυρος των τέλειων φυσιολογικών ανθρώπων (βάλτε ελεύθερα στις λέξεις όσα εισαγωγικά θέλετε) τους συμπεριφέρεται λες και κουβαλάνε ένα στίγμα, το Στίγμα, μια ψυχολογική λέπρα που θα τους κατασπαράξει όλους. Σ’ αυτόν τον τέλειο κόσμο με τα ξεθωριασμένα χρώματα η Μπέκα και ο Χάουι προσπαθούν να βρούνε το πλασίμπο τους. Το πολύχρωμο χαπάκι της ηρεμίας. Για τους περισσότερους είναι το χαπάκι της πίστης στα Θεία, για άλλους είναι το χαπάκι της μετεμψύχωσης, για άλλους των παράλληλων κόσμων, του ποτού, της μαριχουάνας, του σεξ, του αθλητικού οπαδισμού, των επιφανειακών κοινωνικών σχέσεων, των μπάρμπεκιου και των ομάδων ψυχολογικής υποστήριξης. Και οι δυο τους βουτάνε τα χέρια στη σακούλα και δοκιμάζουν μερικά πλασίμπο με τυχαία σειρά. Όμως ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω και ο θάνατος δεν καταπολεμάται με πλασίμπο... Κάτι που επιβεβαιώνεται στα αποκαλυπτικά λόγια της γιαγιάς, αλλά και στο φινάλε της ταινίας, σε μια αληθινά εξαίσια τελική σκηνή, από τις πιο υπέροχες που μπορώ να θυμηθώ τα τελευταία χρόνια... Και μέσα σ’ όλη τη θλίψη της απώλειας, εμείς, οι λάτρεις του σινεμά, θα έπρεπε να νιώθουμε τυχεροί που μέσα σε τόσους λίγους μήνες, έχουν έρθει στην πόλη μας τόσες όμορφες ταινίες.
Τίτλος; Άπνοια
Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Σκηνοθεσία: Άρης Μπαφαλούκας
Παίζουν: Σωτήρης Πάστρας, Γιούλικα Σκαφιδά, Γιώργος Καραμίχος, Ανδριάνα Μπάμπαλη.
Διάρκεια: 90’
Προβάλλεται στο Bακούρα 1 (τηλ 2310 233665)
Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Άρη Μπαφαλούκα (με σημαντική θητεία στις ταινίες μικρού μήκους) δεν πέρασε διόλου απαρατήρητη στο πρόσφατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας μάλιστα τα βραβεία Κοινού και FIPRESCI. Επιπλέον, η «Άπνοια» συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ του Μόντρεαλ, όπου και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της, ενώ εξασφάλισε τη συμμετοχή της και στο Φεστιβάλ της Γλασκόβης, επικυρώνοντας τρόπον τινά τα ολοένα και συχνότερα δρομολόγια του σύγχρονου ελληνικού σινεμά προς τις αίθουσες του εξωτερικού.
Ο σκηνοθέτης υπήρξε κολυμβητής σε επίπεδο πρωταθλητισμού στο παρελθόν και επάνω σε αυτή του την ιδιότητα οικοδομεί το φιλμικό του κατασκεύασμα, αξιοποιώντας βιωματικές εμπειρίες και μετατρέποντας την εξοικείωση και την εσωτερική του γειτνίαση με το νερό σε μίτο που ξετυλίγει τη σκέψη του. Επιλογή αβίαστη και λογική, πλήρως θεμιτή και αποδεκτή. Εξάλλου η κινηματογραφική ιστορία βρίθει ανάλογων παραδειγμάτων. Ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ για παράδειγμα, έχει ως θεμέλιο τις γνώσεις του περί ανατομίας καθώς ανατέμνει κι αυτός με τη σειρά του τα πιο σκοτεινά μονοπάτια του ανθρώπινου ψυχισμού. Αντιστοίχως η θητεία του Πίτερ Γκρίναγουεϊ στην τοιχογραφία του επιτρέπει να εντάξει πολλά στοιχεία, όπως τις φωτοσκιάσεις και τη διάταξη στο χώρο, τα οποία παραπέμπουν ευθέως σε τεχνικές της φλαμανδικής σχολής ή/και της αναγεννησιακής ζωγραφικής.
Ας κλείσουμε την παρένθεση και ας επιστρέψουμε στα του οίκου μας. Το νερό λοιπόν ως κεντρικό στοιχείο, ως μήτρα που περιέχει το αμνιακό υγρό, ως τόπος επιστροφής και αναζήτησης, ως μαντείο που περιέχει όχι ακριβώς τις απαντήσεις αλλά τουλάχιστον τις ερωτήσεις. Ενίοτε απειλητικό ενίοτε καθησυχαστικό, καθρέφτης ή κουκούλι ανάλογα με τις διαθέσεις του. Εξαίρετες υποβρύχιες λήψεις, όχι υπέρμετρα στυλιζαρισμένες, προέκταση της ψυχικής βύθισης του ήρωα μας. Αρχική μαγιά μία υπαρξιακή έκρηξη κενότητας που προκύπτει από την υλοποίηση στόχων και από την, προικισμένη με ικανότητες και αποφασιστικότητα, προσωπικότητα. Διόλου οξύμωρο μήτε αβάσιμο. Κάθε θρίαμβος ισοδυναμεί με ένα εν δυνάμει θάνατο, η αναγκαιότητα μίας συνεχούς βελτίωσης προκαλεί μία αδιάκοπη αίσθηση τέλους, η ασκητική προσήλωση σε μία δοκιμασία κουβαλά μαζί της μία ισοπεδωτική μοναξιά. Προσθέστε και πλείστες καλοδεχούμενες σινεφίλ αναφορές για κλείσει ο θετικός κατάλογος. Ως εδώ όλα καλά, αλλά η λάθος στροφή προς την αμετροέπεια καιροφυλακτεί.
Σε μία περιττή απόπειρα αναζήτησης βάθους και εκβιαστικού εμπλουτισμού του περιεχομένου, ο Μπαφαλούκας δεν αρκείται στα λίγα και καλά που είναι παντού και πάντοτε προτιμότερα από τα πολλά και αχρείαστα. Ένα παντελώς ανέμπνευστο και (σε αναλογία με τον τίτλο) άπνοο ερωτικό ειδύλλιο μπλέκεται με μία πασαρέλα κοινωνικού προβληματισμού, δημιουργώντας ένα άνισο μίγμα, με στρώσεις και επίπεδα που βαραίνουν παρά προσθέτουν. Η μυστηριώδης εξαφάνιση μίας γυναίκας σε ένα νησί δρομολογεί τις εξελίξεις. Αντονιονική «Περιπέτεια» θα αναφωνήσει κάποιος με μάταιο ενθουσιασμό. Βομβαρδισμός με «εύπεπτες» λεπτομέρειες αντί για μία αποστασιοποίηση ψυχική, γεωγραφική και υφολογική, πεπατημένη διαλογική δραματουργία και μία άσκοπη παλινδρόμηση με συνεχείς αναδρομές που διαταράσσει την όποια συνοχή του ρυθμού. Με ερμηνείες βαρύγδουπες και απόκοσμες και με δίνες σεναριακών ατοπημάτων, η ταινία ασφυκτιά και μένει καρφωμένη με βαρίδια σοβαροφάνειας στον πυθμένα, παρά την αρχική ενθαρρυντική σύλληψη και την καταφανέστατη ύπαρξη μίας οπτικής που αφήνει υποσχέσεις. Ο μόνος τρόπος για να κολυμπήσει κανείς στα βαθιά είναι να παίρνει που και που κάποιες ανάσες.