Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
«Στην αρχή του μήνα κανένας πολιτικός δεν μπορούσε να διανοηθεί να αψηφήσει τον Ρούπερτ Μέρντοχ. Τώρα το έχουν κάνει όλοι». Το editorial της βρετανικής Guardian αγγίζει ένα από τα πλέον σημαντικά παρεπόμενα του σκανδάλου των υποκλοπών, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει τις πραγματικές ιδιότητες της εξουσίας του Τύπου και ψιθυρίζει πως όταν ο κόσμος αλλάζει, αυτό γίνεται τόσο ραγδαία που είναι σχεδόν ανεπαίσθητο. Οι τελευταίες μέρες ήταν λοιπόν πραγματικά επαναστατικές για την Βρετανία. Όπως επισημαίνεται στο άρθρο της Guardian, η ανακοίνωση του Ντέιβιντ Κάμερον για ενδελεχή έρευνα τόσο στα μίντια όσο και στην αστυνομία, προ μιας εβδομάδας θα φαινόταν αδιανόητη. Το ίδιο και η απόσυρση της προσφοράς του Ρ. Μέρντοχ για το BSkyB. Όμως, εντός ελάχιστου χρόνου αυτές οι εξελίξεις πρόλαβαν να θεωρηθούν το λιγότερο αναμενόμενες και να αντιμετωπιστούν ως κάτι απολύτως φυσικό.
Όλα αυτά δεν θα είχαν φτάσει καν κοντά στο να πραγματοποιηθούν δίχως την Guardian. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Η πολιτική σκηνή της Αγγλίας τελεί εδώ και δεκαετίες υπό την σφαίρα επιρροής του Ρ. Μέρντοχ. Από την συμφωνία με την Μάργκαρετ Θάτσερ μέχρι την φιλική σχέση με τον Ντέιβιντ Κάμερον, ο Ρ. Μέρντοχ αποτελεί το σημείο αναφοράς για την πολιτική της Βρετανίας αλλά και για την αγγλική κοινωνία εν συνόλω. Ως εκ τούτου, ουδείς μπορούσε να αγγίξει τον Βαρόνο. Ουδείς μπορούσε να προκαλέσει την ισχύ του ανθρώπου που πήρε τηλέφωνο ο Τόνι Μπλερ για να αποφασίσει αν η χώρα του θα πάει σε πόλεμο. Κάπου εκεί, όμως, μπαίνει στην μέση η τέταρτη εξουσία. Μια εξουσία που έχει αμελήσει τον ελεγκτικό της χαρακτήρα και, μέσω ανθρώπων σαν τον Ρ. Μέρντοχ, έχει καταλήξει να επιτελεί έναν συνεπικουρικό ρόλο στις εκάστοτε κυβερνήσεις.
Τώρα πολλά φαίνονται προφανή. Προφανώς η αυτοκρατορία του Ρ. Μέρντοχ είχε σχέσεις με την βρετανική αστυνομία. Το ίδιο και με τους πολιτικούς. Όσο για τις υποκλοπές; Αυτό το ξέραμε, το φωνάζει εδώ και χρόνια ο άγγλος ηθοποιός Χιου Γραντ με την εκστρατεία Hacked Off, δηλαδή Αηδιασμένος. «Όταν καταλάβεις πόση συμπαιγνία υπάρχει με την Αστυνομία, με τους κοινοβουλευτικούς μας και την κυβέρνησή μας, που έχουν ανάγκη τις ταμπλόιντ, ιδιαίτερα τα έντυπα του Μέρντοχ, για να εκλεγούν, αρχίζεις να μην είσαι πια υπερήφανος για τη χώρα σου», είπε ο κύριος Γραντ στην εφημερίδα Νew Statesman. Οι δηλώσεις του εκφράζουν, πλέον, το μεγαλύτερο κομμάτι του αγγλικού πληθυσμού. Γίνονται, μέσα σε λίγες μέρες, μια πανθομολογούμενη πραγματικότητα. Και έτσι συντελείται η επανάσταση. Έτσι ανατρέπεται η καθεστηκυία τάξη.
Τα παιδάκια της Le Monde
Μήπως το ίδιο δεν έκανε με τα προχθεσινό της άρθρο η γαλλική Le Monde, «Τα παιδάκια που μας κυβερνούν». Με την προσέγγιση που ακολούθησε η εφημερίδα μπορούν να υπάρξουν πολλές διαφωνίες. Άλλωστε, δεν μπορείς να αποκαλέσεις Παιδάκια τους ανθρώπους που εγκαθιδρύουν την πλέον αιμοσταγή οικονομική πολιτική που έχει δει η Ευρώπη μετά την ενοποίησή της. Δεν μπορείς να αποκαλέσεις Παιδάκια τους ανθρώπους που πραγματοποιούν μια de facto αλλαγή πολιτεύματος και με δούρειο ίππο την ΟΝΕ γκρεμίζουν ότι και αν ήταν αυτό που πήγε κάποτε να χτιστεί. Η Le Monde και βέβαια τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά, όπως και την ύπαρξη πολιτικής που ακολουθεί η ΕΕ (ακόμη και αν ορισμένες φορές σφάζονται μεταξύ τους για τη λεία). Όμως, με την συγκεκριμένη ορολογία καταφέρνει να φθείρει ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους των σκιωδών και σκοτεινών αποφάσεων στις συνειδήσεις του πλήθους.
Ένας εξ αυτών, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ είχε κάνει την προκλητικότατη δήλωση περί απώλειας της Ελληνικές εθνικής κυριαρχίας, σε συνέντευξη στο Γερμανικό περιοδικό Focus, όπου είχε πει και άλλα πολύ ενδιαφέροντα. Είχε τονίσει πως το μείζον πρόβλημα της Ελλάδας των τελευταίων ετών ήταν η αύξηση των μισθών. Θα το ξαναπώ. Ο κύριος υπαίτιος για την κρίση ήταν, κατά Γιούνκερ, οι μισθοί των εργαζομένων. Μια εριστική και αναληθής δήλωση, που όμως καταδεικνύει τους πολιτικούς στόχους της ΕΕ προς την Ελλάδα (και όχι μόνο). Το δημοσίευμα της Le Monde προφανώς δεν αλλάζει τους στόχους της ΕΕ. Αλλάζει ωστόσο το μοτίβο.
Η Άνγκελα Μέρκελ είχε την Bild για δεκανίκι στην ανθελληνική προπαγάνδα. Μετά ακολούθησαν σωρεία δημοσιευμάτων από πολλά μέσα, που απέβλεπαν σε ένα διττό στόχο. Στην παθητική ενοχική αποδοχή των μέτρων από τους Έλληνες, καθώς και στην ολοένα και μεγαλύτερη επίθεση των αρπακτικών και των ανεξέλεγκτων αγορών. Ακόμη και μετά από μια διετή σιωπή, η ύπαρξη μιας διαφορετικής προσέγγισης προς την συστημική κρίση, οδηγεί στην πλήρη αποκαθήλωση των πολιτικών επιλογών της φτωχοποίησης και προφανώς των προσώπων που μας οδηγούν εκεί. Για παράδειγμα δεν μπορεί ο Γιούνκερ να λέει ανακρίβειες, που επιβάλλονται και από την υπάκουη κυβέρνηση μας, και να βγαίνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, λες και απευθύνεται σε στρατιές λοβοτομημένων, να μας λέει πως ο Ζαν Κλοντ είναι μεγάλος «φιλέλληνας». Η ελεγκτική διαδικασία από τον Τύπο είναι εκ των ων ουκ άνευ. Η αρχή είχε γίνει προ ενός μηνός από την Guardian, που είχε πει το «Βρυξέλλες εναντίον πολιτών». Η συνέχεια είναι απαίτηση των ακριβοπληρωμένων, κατά Γιούνκερ πάντα, πολλών.
«Όλοι μαζί τα φάγαμε»
Η Ντέμπορα Ορ, αρθρογράφος στην Guardian, μιλάει για την σύγχρονη τάση, μπολιασμένη με ψήγματα ενοχικών συνδρόμων, που έχει καταβάλει τον Δυτικό και αναπτυγμένο κόσμο. Αν και εμείς μπορούμε να υπερηφανευόμαστε για την αξέχαστη ρήση του Θ. Πάγκαλου, στην πραγματικότητα η λογική ότι το πλήθος είναι υπεύθυνο για οποιαδήποτε είδους κρίσης, έχει καταστεί πλέον κυρίαρχη. «Εμείς τερματίσαμε τις πιστωτικές, εμείς πήραμε γιγαντιαία δάνεια, εμείς ζήσαμε πέραν από αυτό που πραγματικά μπορούσαμε». Αυτή ήταν η μιντιακή μέθοδος εκμετάλλευσης, παραπλάνησης και πληθυσμιακής χαλιναγώγησης κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όπως υπαινίσσεται η Ντ. Ορ.
Εν συνεχεία, η αρθρογράφος παρατηρεί πως δεν έχει συμβεί το ίδιο στην υπόθεση του σκανδάλου Μέρντοχ στην Αγγλία. Και συνεχίζει λέγοντας «Σε αυτή την τελευταία συντριβή, κατ’ ουσίαν όλων των mainstream μίντια, πολύ λίγα άτομα επιμένουν πως φταίει το κοινό. Αυτό είναι παράξενο, διότι στην περίπτωση αυτή το επιχείρημα περί σφάλματος του πλήθους φαντάζει πολύ περισσότερο συναφές». Όμως αν κατηγορηθεί ο κόσμος αυτή τη φορά, τότε το ζήτημα θα σταματήσει να αφορά τις παράνομες πράξεις ενός επιχειρηματικού ομίλου. Αν κατηγορηθεί ο κόσμος, θα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας και θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις φαρισαϊκές, ηθικολογικές, συμφεροντολογικές, και μικροπρεπείς συμπεριφορές που έχουμε ανεχτεί και ανεχόμαστε ακόμη.
Η εκθρόνιση του Ρ. Μέρντοχ, που ως ένα βαθμό έχει ξεκινήσει στην Βρετανία, δεν είναι αρκετή για να νικηθεί πραγματικά η αυτοκρατορία του. Ο λόγος είναι ότι ο όμιλος News International αναπόφευκτα αφήνει τη δική του κληρονομιά. Αυτή την κληρονομία, που παραμένει στο απυρόβλητο προς στιγμήν, πρέπει να αποκηρύξουμε διεθνώς. Όχι μόνο αυτήν αλλά και ολόκληρη κουλτούρα που αντιπροσωπεύει. Μια κουλτούρα που χαίρει της αποδοχής, είτε παθητικά είτε ενθουσιωδώς, ενός πολύ μεγάλου κομματιού του πληθυσμού, όχι απλά στην Αγγλία αλλά σε όλο τον Δυτικό κόσμο.
Ο Ρ. Μέρντοχ είναι το σύμπτωμα μιας πολύ μεγαλύτερης ασθένειας. Οι δομικές ανισότητες που χαρακτηρίζουν την Ευρώπη είναι σύμφυτες με την δυνατότητα να υπάρχει ένας κολοσσός, όπως του Μέρντοχ, με την οικονομική κρίση και με την χυδαία κουλτούρα μιας μετρήσιμης επιτυχίας. Είμαστε στην Ευρώπη μιας πολιτικής ηγεσίας που αποφασίζει και νομοθετεί αιματηρά μέτρα λιτότητας εν μια νυκτί, αλλά κωλυσιεργεί ακόμα και για τον ορισμό μιας συνόδου οπού θα συζητηθεί (θεωρητικά και χωρίς καμία πίεση για αποφάσεις) η λύση στην κρίση. Η πτώση του Μέρντοχ δεν είναι το φινάλε. Είναι ένα ακόμη εφαλτήριο για αυτό που ολοένα και περισσότερο γίνεται συνείδηση των πολλών. Έχουμε τον κόσμο που μας αξίζει, όπως θα έλεγε και ο Σαρτρ. Ας τον αλλάξουμε.