Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

ΖΗΝΩΝ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ

ΖΗΝΩΝ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ, συγγραφέα-ερευνητή

Στο προηγούμενο άρθρο αναπτύξαμε τις θέσεις της Ιωνικής Σχολής, της οποίας κύριος εκφραστής ήταν ο Ηράκλειτος, ο οποίος υποστήριζε την κίνηση και το διαρκώς μεταβαλλόμενο. Κατ' αυτόν τίποτα δεν μένει ακίνητο. Όλα κινούνται και συνεχώς μεταβάλλονται. Σήμερα γνωρίζουμε ότι και στο θερμοκρασιακό απόλυτο μηδέν (αν ήταν δυνατό να το φθάσουμε), δεν θα έμενε τίποτα ακίνητο. Επομένως η Ιωνική φιλοσοφία πέρα από το να είναι μια απλή φιλοσοφία, είναι κάτι περισσότερο, είναι η πραγματικότητα. Οι Ίωνες φιλόσοφοι με τη φράση τους «τὰ πάντα ρεῖ» πίστευαν στην κίνηση και την διαρκή μεταβλητότητα.

Σήμερα θα εκθέσουμε, ακριβώς τις αντίθετες προς την κίνηση, θέσεις της Ελεατικής Σχολής, της οποίας ηγείτο ο Ζήνων, ο οποίος υποστήριζε την σταθερότητα και την ακινησία. Δίδασκε ότι το «αληθινό ον» είναι ένα και ακίνητο και δεν κατανοείται, ούτε καθίσταται αντιληπτό με τις αισθήσεις, αλλά αποκλειστικά με τη νόηση. Αποδείκνυε ότι η κίνηση και η πολλαπλότητα των φαινομένων, δεν ανάγονται στο «αληθινό ον», αλλά στη σφαίρα της «δόξης», της συλλήψεως των αισθήσεων, και ότι τα φαινόμενα δεν μπορούν να απεικονιστούν στη νόηση. Δεν αρνείται τη βεβαιότητα των αισθήσεων για την κίνηση και την πολλαπλότητα, πίστευε δηλαδή ότι γίνονται αντιληπτές από τις αισθήσεις, απέρριπτε όμως τη δυνατότητα να πραγματωθεί η αληθινή γνώση με τις αισθήσεις και προσπαθούσε να αποδείξει ότι στο «αληθινό ον» η κίνηση και το πλήθος των φυσικών φαινομένων δεν υπάρχουν και ότι η παραδοχή της κινήσεως και του πλήθους οδηγεί σε άλυτες αντιθέσεις και απορίες.

Ο Ζήνων ο Ελεάτης (490 π.Χ.- 430 π.Χ.) γεννήθηκε στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας και ήταν γιος του Τελευταγόρα και ο αγαπημένος μαθητής του Παρμενίδη. Ήταν ο τρίτος χρονολογικά αρχηγός της φιλοσοφικής σχολής, η οποία ήκμασε στην Ελέα επί ένα σχεδόν αιώνα. Ο Ζήνων αφιέρωσε όλη την ενέργειά του για να επεξηγήσει και να εξελίξει το φιλοσοφικό σύστημα του Παρμενίδη. Ο Πλάτωνας αναφέρει πως ο Ζήνων ήταν 25 χρόνια νεότερος του Παρμενίδη, και έγραψε την υπεράσπιση του φιλοσοφικού του συστήματος σε πολύ νεαρή ηλικία, υποστηρίζοντας τη θεωρία του Παρμενίδη από πλάγιο δρόμο. Αναιρούσε, δηλαδή, την κοινή αντίληψη για την πραγματικότητα με τέτοια οξύνοια, ώστε ο Αριστοτέλης τον ονόμασε πατέρα της διαλεκτικής και άσκησε δυναμική κριτική στο έργο του. Ο Πλάτων, στον διάλογό του «Παρμενίδης», περιγράφοντας την επίσκεψη του Ζήνωνα και του δασκάλου του Παρμενίδη στην Αθήνα, για τα μεγάλα Παναθήναια, αναφέρει ότι «ο Παρμενίδης ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία, εξήντα πέντε ετών με γκρίζα μαλλιά, αλλά με αρχοντική όψη. Ο Ζήνων ήταν τότε περίπου σαράντα, ψηλός και ευπαρουσίαστος. Οι δυο τους κατέλυσαν στο σπίτι του Πυθόδωρου, έξω από τα τείχη, στον Κεραμεικό. Εκεί πήγε ο Σωκράτης και πολλοί άλλοι μαζί του, θέλοντας να ακούσουν το σύγγραμμα του Ζήνωνα, γιατί ήταν η πρώτη φορά που ο Παρμενίδης και ο Ζήνων το έφεραν στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή ο Σωκράτης ήταν ακόμα πολύ νέος».

Η ζωή του Ζήνωνα εξελίχθηκε αρχικά στην πατρίδα του, την αποικία των Φωκέων, η οποία ήταν πολύ μικρή και δυσανάλογη του διανοητικού του αναστήματος και της διαλεκτικής μαχητικότητάς του και έτσι αποδήμησε στην Αθήνα, όπου δίδαξε επί πληρωμή, η οποία συχνά ήταν αδρότατη. Φαίνεται δε ότι αυτός ήταν ο σοφιστής, ο οποίος αναφέρεται στην «Απολογία» και στον οποίο ο Καλλίας, ο γιος του Ιππονίκου, πλήρωσε εκατό μνας για την ανατροφή των δυο παιδιών του.

Ως προσωπικότητα διαφέρει από τους διδασκάλους και προκατόχους του όσον και οι σοφιστές από τους Ίωνες φιλοσόφους. Αν και δεν έχει το ηθικό κύρος και την μυστηριώδη βαθύτητα της σκέψεως εκείνων, εξασκεί επί του περιβάλλοντός του απεριόριστη, αλλά καθαρά ατομική επιβολή, και η πνευματική του ευστροφία καταπλήσσει και επιβάλλει τη συγκατάθεση των ακροατών. Η φιλοσοφία του, μολονότι αποσκοπεί στην έμμεση στήριξη των ενιαίων μεταφυσικών δογμάτων της σχολής, κινείται διαρκώς στο επίπεδο της αναλυτικής διανοήσεως και της λογικής. Κοινή προς τους σοφιστές έχει επίσης την περί την πολιτική απασχόληση, την οποία εκλαμβάνει ιδεαλιστικότερα εκείνων και θυσιάζει τέλος τη ζωή του σε μια απόπειρα εναντίον ενός τυραννίσκου της ιδιαίτερης πατρίδας του, του Νεάρχου ή Διοδήμονος.

Ό,τι μας παραδόθηκε από τη διδασκαλία του είναι όλα συλλογισμοί, τυπικά αυστηροί, που οδηγούν σε παράλογα συμπεράσματα, διότι εκκινούν από την υποθετική παραδοχή αυτονόητου δόγματος του κοινού νου ή της εν μέρει γενικώς τότε παραδεδεγμένης φιλοσοφίας του Ηρακλείτου. Οι υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε με τον τρόπο αυτό στη διαλεκτική εξονύχιση και των απλούστερων προτάσεων της απλοϊκής θεωρίας της γνώσεως είναι ανυπολόγιστες, και ορθώς τον ονομάζει ο Αριστοτέλης εφευρέτη και πατέρα της διαλεκτικής. Ο σκοπός του όμως σε όλες τις απορίες ή τα διλήμματα, στα οποία φέρει τον κοινό νου, ήταν να αποδείξει δια της εις άτοπον απαγωγής το αδύνατον κάθε αντίθετης προς τις ελεατικές αρχές μεταφυσικής θεωρίας. Οι απορίες αυτές ή «λόγοι» αρνούνται κάθε πολλαπλότητα, μεταβολή και κίνηση, αποδεικνύουν τις αντινομίες, οι οποίες εισάγονται στην έννοια του χώρου και του χρόνου δια της εννοίας του απείρου, και είναι το πρώτο πρότυπο στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας των «Αντινομιών» του Καντ.

Ο Ζήνων, υποστηρίζοντας τη θέση του διδασκάλου του, επιμένει στην ύπαρξη του ενός Όντος και απορρίπτει την ύπαρξη πολλών πραγμάτων δια  της μεθόδου της ατόπου απαγωγής. Με μια σειρά από αντίθετες σκέψεις οδηγούσε τον ακροατή στο συμπέρασμα που ήθελε να καταλήξει αποδεικνύοντας την ορθότητα του λόγου του. Ο Σιμπλίκιος στο έργο του «Εἰς Φυσικά» μας παραδίδει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της σκέψεως του Ζήνωνα: «Αν υπάρχουν πολλά, τότε αναγκαία είναι όσα είναι, ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα. Αν όμως είναι όσα είναι, τότε είναι πεπερασμένα. Αν υπάρχουν πολλά, τότε τα πράγματα που υπάρχουν είναι άπειρα, γιατί πάντα υπάρχουν και άλλα πράγματα ανάμεσα στα όσα υπάρχουν, και ανάμεσα σ’ εκείνα πάλι άλλα. Επομένως, τα πράγματα που υπάρχουν είναι άπειρα».

Από τον Πλάτωνα μαθαίνουμε ότι στα «Γράμματα», το σύγγραμμα της νεότητάς του, όπου είχε περιλάβει τις περισσότερες των αποδείξεων αυτών και το οποίο διαδόθηκε χωρίς την άδειά του, έκαστος «λόγος», κάθε δηλαδή τμήμα διαλαμβάνον περί ορισμένου θέματος, ήταν υποδιαιρεμένο σε πλείονες υποθέσεις, σε κάθε μία από τις οποίες λαμβάνονταν ως βάση και ένα δόγμα της απλοϊκής και ανεξέταστης κοσμοθεωρίας.

Ο στόχος των περισσοτέρων παραδειγματικών σκέψεών του ήταν η απόδειξη της ακινησίας των σωμάτων, μια θεωρία εντελώς αντίθετη με την Ηρακλείτεια θέση της συνεχούς κινήσεως. Εδώ γίνονται σαφείς οι διαφορές Ελεατικής και Ιωνικής σχολής. Αν και δεν ξέρουμε τον συλλογισμό που ακολουθούσε στα συγγράμματά του, μπορούμε να ορίσουμε πως τα παράδοξα της κινήσεως που περιγράφονται από τον Αριστοτέλη στα Φυσικά, είναι τέσσερα, ήτοι το «Στάδιο» και ο «Αχιλλέας», όπου ο Ζήνωνας δεχόταν πως ο χώρος και ο χρόνος διαιρούνται επ' άπειρον και το «Βέλος» και οι «Κινούμενες σειρές», όπου δεχόταν ότι ο χώρος και ο χρόνος αποτελούνται από αδιαίρετα κλάσματα. Ο Ζήνωνας μέσα από αυτούς τους συλλογισμούς φαίνεται να ορίζει την ιδέα, πρώτον της απόλυτης κινήσεως και δεύτερον της σχετικής κινήσεως των σωμάτων.

Από την ανάλυση των ανωτέρω, οι απορίες ή τα παράδοξα αυτά του Ζήνωνα, μπορούν να αναχθούν σε οκτώ:

M__1. Αν τα πολλά υπάρχουν, πρέπει να είναι συγχρόνως απείρως μικρά και απείρως μεγάλα· απείρως μεν μικρά, διότι ανάγονται μετά από κάθε περαιωμένη διαίρεση σε μέρη αδιαίρετα και χωρίς μέγεθος, ιδιαιτέρως μεγάλα, διότι για να χωρισθούν μεταξύ τους οποιαδήποτε δύο μέρη, πρέπει να είναι παρεντεθειμένα άπειρα άλλα.

M__2. Τα πολλά πρέπει να είναι αριθμητικώς και πεπερασμένα και άπειρα.

3__3. Εάν παν το υπάρχον ευρίσκεται εν χώρω, τότε και ο χώρος ο ίδιος, ως υπάρχων, πρέπει να ευρίσκεται σε άλλο περιέχον μέσον, δηλαδή σε άλλον χώρο και ούτω καθεξής επ' άπειρον.

4. Αν ένας μέδιμνος σίτου σκορπιζόμενος στο πάτωμα προξενεί κρότο, πρέπει, κατ' αναλογία, όχι μόνον και κάθε κόκκος, άλλα και κάθε απειροστό του κόκκου να προκαλεί θόρυβο· αλλά αυτό δεν είναι ακριβές· άρα και ολόκληρος ο μέδιμνος δεν προκαλεί θόρυβο. Ο παραπάνω συλλογισμός απορρέει από την παραδοχή ότι η αληθινή γνώση δεν μπορεί να στηριχθεί στις αισθήσεις, διότι οι αισθήσεις μας απατούν.

__M5. Για να κινηθεί ένα σώμα από ένα σημείο σε άλλο, πρέπει να διανύσει πρώτα το ήμισυ του διαστήματος, και ακόμη πρωτύτερα το ήμισυ του ημίσεως και ούτω καθεξής επ' άπειρον, ώστε το σώμα δεν κινείται παρά στον άπειρο χρόνο, άρα δεν κινείται καθόλου. Παραστατικότερα εκφραζόμενο το σόφισμα αυτό, είναι αυτό του «Αχιλλέως», ο οποίος δεν μπορεί να προφθάσει χελώνα προπορευόμενη αυτού έστω και κατά ένα βήμα.

E__6. Ένα σώμα ευρίσκεται σε ορισμένη θέση, αλλά κινούμενο μεταβάλλει αυτήν· ευρίσκεται άρα σε θέση όπου δεν είναι· πράγμα άτοπο,

__M7. Εφόσον ένα σώμα ευρίσκεται σε ορισμένη θέση, ηρεμεί· το ριπτόμενο βέλος ευρίσκεται κάθε στιγμή της πτήσεώς του σε ορισμένη θέση· άρα το ριπτόμενο βέλος ηρεμεί κάθε στιγμή της διαδρομής του.

__M8. Δύο σώματα κινούμενα κατ' αντίθετη φορά θα συναντηθούν με διπλή ταχύτητα παρ' ό,τι θα συναντήσουν ηρεμούν σώμα στην άκρη της τροχιάς τους· άρα η αυτή απόσταση διανύεται συγχρόνως με ταχύτητα α και με ταχύτητα 2α, πράγμα άτοπο.

Το δόγμα του ορθολογισμού ότι η πηγή της αλήθειας είναι ο νους και της πλάνης οι αισθήσεις, εκφράζεται πιο ξεκάθαρα στις αντιλήψεις του Ζήνωνα, που επικυρώνει τον ιδεαλιστικό και μυστικιστικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας των Ελεατών. Με την διαλεκτική του Ζήνωνα γενικεύθηκε και στηρίχθηκε λογικά η θεωρία, ότι τα άμεσα δεδομένα των αισθήσεων είναι ανεπαρκή και απατηλά, και με τους σοφιστές, και ιδίως με τον Πρωταγόρα και τον Γοργία, η τάση αυτή εφεύρε μια κριτική και σκεπτικιστική διάθεση που προσομοίαζε εν πολλοίς προς την νεότατη πραγματιστική ή ουμανιστική κίνηση στη φιλοσοφία, η οποία απείλησε προς στιγμήν ακόμα και αυτή την ύπαρξη της μεταφυσικής θεωρίας, μέχρις ότου ο Πλάτων την ανασκεύασε δια της επιβλητικής ενοράσεως του ιδανιστικού μεταφυσικού του συστήματος και ανέτρεξε στην πρώτη πηγή της, τις θεωρίες του Παρμενίδη, παραβλέποντας τον σκεπτικισμό των συλλογισμών. Οι συλλογισμοί αυτοί πραγματικά εκλαμβάνονται μεν από τον Ζήνωνα μόνον ως μέσον προς υποστήριξη των οντολογικών ισχυρισμών του Παρμενίδη, αλλά ως προς τη σημασία, αποδίδονται όχι τόσον στην κατάφαση, αλλά στην άρνηση των εναντίων, και οδηγούν ακουσίως στην πίστη δια της παντοδυναμίας της κριτικής και της διανοητικής αυτοκαλλιέργειας ασχέτως προς τα συμπεράσματα.

Αποδεικνύοντας, ότι κάθε πολλαπλότητα, κάθε μεταβολή και τέλος κάθε τέτοια ή τέτοια κρίση, είναι, απλούστατα, πράγματα ακατανόητα, δεν στηρίζουν την αναγκαστική αποδοχή των αντιθέτων τους, εμφανίζονται δε υπό την μορφή της παραδοξολογίας, καταπλήσσουν και εντυπώνονται βαθύτατα. Ο Bertrand Russell τις ερμηνεύει και τις υπερασπίζει ένθερμα, ο δε Bergson διαβλέπει στο σόφισμα του «Αχιλλέως» και του «βέλους» την πρώτη διαίσθηση περί της ακαταλύτου αντιθέσεως του συνεχούς προς το ασυνεχές, του λογικού προς το ζωντανό. Άλλη παραδοξολογία της σχολής αναγόμενη πιθανότατα στον Ζήνωνα, χωρίς να αναφέρεται ρητά στο όνομά του, είναι ο ισχυρισμός, ότι είναι αδύνατον να κατηγορηθεί οτιδήποτε επί οιουδήποτε πράγματος, διότι είτε σημαίνει το κατηγόρημα το αυτό όπερ και το υποκείμενο, οπότε είναι ταυτολογία, είτε σημαίνει κάτι άλλο, οπότε το υποκείμενο παύει να είναι αυτό που ήταν.

Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε πολύ τον Πλάτωνα και ένα αιώνα περίπου αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τους κυνικούς ως ανασκευή της αρχής της αντιφάσεως, κατέληξαν δε αυτοί να κηρύξουν απαράδεκτο κάθε κατηγόρημα, εκτός του ταυτολογικού. Η συνεπής μέχρι τέλους εξέλιξη των παραδοξολογιών αυτών οδηγεί βεβαίως στην άρνηση της δυνατότητας κάθε συνεννοήσεως και κάθε λογικής. Αλλά και ο Γοργίας εξήγαγε τα συμπεράσματα αυτά με πάθος και χωρίς κανένα φόβο. Ο Ζήνων όμως αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της λογικής και αγωνίζεται ειλικρινά με τα σοβαρότερα και αμεσότερα λογικά προβλήματα, τα οποία έπαυσαν τώρα πλέον να κάνουν οποιαδήποτε εντύπωση, όχι επειδή λύθηκαν αλλά επειδή η διατύπωσή τους απέβη κοινοτυπία.

Η εμπεριστατωμένη ενασχόληση των αρχαίων Ελλήνων με τα προβλήματα του απείρως μικρού (ή απείρως μεγάλου) καθώς και με τα προβλήματα της συνέχειας και της ασυνέχειας, οδηγεί στη διατύπωση της υποθέσεως ότι ένα μέγεθος είναι απείρως διαιρετό ή ότι, αντίθετα, είναι μία σύνθεση από πολύ μικρά αδιαίρετα μέρη. Τη θεώρηση αυτή η μεν πλατωνική σχολή την διατυπώνει με την ιδέα της άπειρης διαιρετότητας των μεγεθών, ενώ η σχολή του Δημόκριτου του Αβδηρίτη (460-370 π.Χ.) και των μαθητών του απορρίπτει την ιδέα της συνέχειας και βασίζεται στην περίφημη θεωρία των «ατμήτων» (ατόμων).

Η θέση των Ελεατών αντιτίθεται στις δυο αυτές σχολές θεωρώντας το πρόβλημα της συνέχειας και της ασυνέχειας ως ένα ψευδοπρόβλημα, το οποίο δεν έχει νόημα, αφού αναφέρεται στην εσφαλμένη εμφάνιση του κόσμου και όχι στο «όντως όν». Σύμφωνα με τους Ελεάτες, όχι μόνο ο κόσμος φαίνεται να είναι διαφορετικός απ’ ό,τι είναι, αλλά και ο κόσμος που φαίνεται είναι άλλος από τον κόσμο που είναι.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Συνεργασία δήμου Θεσσαλονίκης με το FUTURE LIBRARY

ΖΗΝΩΝ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ