Του Γρηγόρη Μυστιλιάδη
Ήταν το 1996 όταν ο πατέρας μου έφερε εκείνο το λευκό cd σπίτι. Άκουγα τότε τον κακό χαμό που γινόταν με αυτό το δισκάκι με εκείνους τους δύο τύπους που μένανε στου Αιώνα την παράγκα και δεν καταλάβαινα και πολλά. Όπως πολλά δεν καταλάβαινα και από το αγαπημένο κομμάτι του πατέρα μου, τον Τυμβωρύχο. Πώς θα μπορούσα άλλωστε, 12 χρονών παιδί, να πιάσω τον παλμό 14 εκπληκτικών τραγουδιών που συνέθεταν την πιο άρτια ίσως μάζωξη της ελληνικής δισκογραφίας; Τώρα καταλαβαίνω περισσότερα. Καταλαβαίνω και τον Τυμβωρύχο. Λίγο. Είμαι μικρός ακόμα.
Τα λόγια μου της νύχτας μετανάστες
σε δρομολόγια χωρίς επιστροφή
άσ' τις πλατείες να βογκούν σου λέω άστες
ίσως με βρεις μες στην επόμενη στροφή
Το cd λοιπόν έλιωνε στο σπίτι μας καθημερινά. Είναι απορίας άξιον πώς δε βαριέσαι με τίποτα αυτή τη φωνή που έβγαινε από τα ηχεία. Ο «αρχοντοφωνάρας» όπως τον αποκαλούσε ο Μικρούτσικος, σου έπιανε το αφτί με τσαμπουκά και δε σου το έδινε πίσω για κανένα λόγο. Ήδη από τα προηγούμενα χρόνια τον γούσταρα πολύ. Για τους δικούς μου λόγους. Άσε που έλεγε και το «λα» όπως πρέπει, βαρύ κι ασήκωτο. Τρικαλινός βέβαια, αλλά σαλονικιό το «λα». Ωραίος. Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον είδα σε μια συναυλία στην τηλεόραση, να τραγουδάει τη Ρόζα. Όλα οικεία, όμως στο γύρισμα του τραγουδιού και στο σόλο του μπουζουκιού άφησε το μικρόφωνο και πήρε να χορεύει μια ζεμπεκιά στη σκηνή, με τον κόσμο από κάτω να σφυρίζει σαν να μην υπάρχει αύριο. Τη ζήλεψα εκείνη τη ζεμπεκιά. Καμιά σχέση με αυτά που βλέπουμε στα μαγαζιά ή στις εκπομπές, με τους χορευτές να χορεύουν ένα κράμα από σάλσα και χασάπικο. Αυτή ήταν κάτι άλλο, ζεμπεκιά παλιά, αντρική, κουρασμένη και βραχνή. Με τα πόδια να σέρνονται, το κορμί να γέρνει βαρύ και το πρόσωπο σοβαρό, τα μάτια γεμάτα νταλκά και παράπονο. Τη ζήλεψα εκείνη τη ζεμπεκιά, για αυτό και τη θυμάμαι ακόμα.
Στενεύουν τα περάσματα
οι φίλοι μου φαντάσματα
κι η πόλη μοιάζει γενικώς
τάφος οικογενειακός
Το πρωινό που έμαθα για το θάνατό του πάγωσα. Λίγο μετά έβλεπα ένα βίντεο στην τηλεόραση, με αποσπάσματα από τα τραγούδια του. Έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται «και αυτό δικό του; Κι αυτό, και αυτό..;» ακούγοντας μερικές νότες από το Αλίμονο, το Μια στάση εδώ, το Καλοκαίρια και Χειμώνες, το Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη, τα Λαδάδικα, τον Εγωισμό, το Πες μου πού πουλάν καρδιές, τη Ρόζα, το Κιφ, το Ζειμπέκικο του Αρχάγγελου, την Εκδρομή και τόσα άλλα. Σου έδινε την εντύπωση ότι δεν έχει περάσει τραγούδι να μην το έχει πει ο Μητροπάνος. Ακόμα και μπροστά από αυτόν που το είπε. Λες και το ελληνικό τραγούδι έχει μια ιδιότυπη prima nocte και ορίζει κάθε μεγάλο λαϊκό κομμάτι να το λέει πρώτα αυτός.
Ματώνει στα Κυβέλεια η οθόνη
κι εγώ ρεμβάζω σε πεδία αχανή
στο Μιραμάρε κολυμπούσες πάντα μόνη
και ο Ματθαίος έχει χρόνια να φανεί
Πάνε πια μερικές μέρες από τότε και λίγο πολύ τα έχουμε ακούσει όλα. Όλοι μίλησαν για το πόσο μεγάλος καλλιτέχνης υπήρξε, αλλά και πόσο σπουδαίος άνθρωπος. Έχουν γραφτεί και πολλά για το πώς πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια χωρίς τον πατέρα του, για το πώς γνώρισε στη ζωή του και τη φτώχεια και την επιτυχία αλλά και για τον τρόπο που διαχειρίστηκε αυτήν. Σεμνός, μετρημένος, λιγομίλητος και ολιγαρκής. Τον βάζεις στο μυαλό σου στη ζυγαριά με τους σημερινούς καλλιτέχνες και σε πιάνουνε τα γέλια. Όπως ακριβώς γελούσε με την καρδιά του κι ο Πασχάλης Τερζής, όταν σε μια εκπομπή δήλωνε «Εγώ κι ο Μητροπάνος είμαστε οι μόνοι τραγουδιστές στην Ελλάδα που κάναμε καριέρα από την ομορφιά μας». Αυτή ήταν η μεγάλη μαγκιά του Μητροπάνου. Ότι τα πέρασε λίγο πολύ όλα. Όπως πέρασε και τα μύρια όσα με την υγεία του τα τελευταία χρόνια, και στο τέλος νικήθηκε. Όπως όλοι. Ότι έμεινε στην Ελλάδα, την πλημμυρισμένη από λάσπη Ελλάδα, και σηκώθηκε λίγο πάνω από τη μιζέρια μας, τραγουδώντας τον έρωτα, την περηφάνια, το αντριλίκι και τη μαγκιά, τραβώντας μας και μας στιγμές - στιγμές από το βούρκο. «Θα μάθουμε να ζούμε και με λιγότερα», είχε πει χαμογελαστός σε μια συνέντευξη όταν ξέσπασε η κρίση. «Το κάναμε παλιά, θα το ξανακάνουμε και τώρα. Δε θα πεθάνουμε κιόλας…» Η μοίρα των πραγματικά μεγάλων ανδρών και η διαφορά τους από τους κάλπικους, μετριέται πρώτα από όλα με το τέλος. Οι πρώτοι το γράφουνε φεύγοντας υπό τον ήχο χιλιάδων φίλων να τους σιγοτραγουδούν για το ταξίδι, κι άλλοι το γράφουν με χειροπέδες σε πολυτελή κελιά. Ο Μητροπάνος ήταν από τους μεγαλύτερους άνδρες που πρόλαβα εγώ στην Ελλάδα. Και θα τον θυμάμαι με εκείνη τη ζεμπεκιά που ζήλεψα.
Ένας Στρυμόνας και βουλιάζω στα νερά
όπως ψαράς μέσα στη λάσπη της Κερκίνης
οιωνοσκόπος με σημάδια φανερά
χάθηκα πάλι μες στο πρόσωπο εκείνης…
*Το τραγούδι «Τυμβωρύχος» συμπεριλαμβάνεται στο δίσκο «Στου Αιώνα την Παράγκα». Οι στίχοι είναι γραμμένοι από τον Κώστα Λαχά και η μουσική από το Θάνο Μικρούτσικο.