Μέρος πρώτο: Προσωποποιήστε και απενοχοποιήστε
Του Γιώργου Παπαδημητρίου
Δυστυχώς δεν έχω κρατημένα τα βιβλία του Λυκείου για να μεταφέρω κάποια αράδα αυτολεξεί, το γενικό νόημα όμως δεν μου διαφεύγει. Θυμάμαι να διαβάζω για το νηπιακής ηλικίας ελληνικό κράτος του 1830 και τα κόμματα που κυριαρχούσαν στην πολιτική σκηνή, το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό, ανάλογα με τα χρώματα της προστατευτικής σκέπης που προτιμούσε ο κάθε ψηφοφόρος. Θυμάμαι να διαβάζω για τον Ιωάννη Κωλέτη, τον αρχηγό του γαλλικού κόμματος, ο οποίος άκουσον άκουσον επιχειρούσε με αθέμιτα μέσα να αποσπάσει ψήφους. Θυμάμαι να διαβάζω σοκαρισμένος πως στην τότε πολιτική σκηνή επικρατούσαν οι πελατειακές σχέσεις και η λογική των ημέτερων. Η διαφθορά λοιπόν, ήταν η πιπίλα ή αν προτιμάτε, το παιδικό παιχνίδι του νεοϊδρυθέντος μας κράτους. Επειδή λοιπόν η «πατρίδα» είναι μία έννοια σχετική, και ως γνωστόν, «μόνη μας πατρίδα τα παιδικά μας χρόνια», η πατρίδα της πατρίδας μας είναι η διαφθορά.
Τον τελευταίο καιρό, οι αναλύσεις των «ειδικών» που έχουν λάβει αυτόκλητα την ειδίκευσή τους, τείνουν προς δύο κατευθύνσεις. Είτε στο να αποδείξουν πως ο ελληνικός λαός αποτελείται από μία στρατιά Κουταλιανών που δουλεύουν και μοχθούν κατά τρόπο μεταφυσικό είτε ότι αποτελείται από άτομα γενετικά προγραμματισμένα προς τη διαφθορά, την αναξιοπιστία και το βόλεμα. Το αυτονόητο μοιάζει με χαμένη πολυτέλεια οπότε ας μπούμε στον κόπο να το υπενθυμίσουμε. Δεν υπάρχουν φυλές ανθρώπων εκ των προτέρων και ερήμην τους ηθικές ή ανήθικες, υπάρχουν μονάχα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά συστήματα εντός των οποίων διαβιούν άνθρωποι. Ενίοτε, μέσα από τις σταθερές και αταλάντευτες δομές αυτών των συστημάτων, οι άνθρωποι αναπτύσσουν μία διαχρονική συλλογική συμπεριφορά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η διαφθορά στη χώρα μας έχει καταστεί μίας μορφής αταβισμού.
Μολαταύτα, με παροιμιώδες πείσμα και ολοένα αυξανόμενο στόμφο, πασχίζουμε να προσωποποιήσουμε ένα φαινόμενο που κυκλοφορεί στην ελληνική κοινωνία, όπως τα μικροσωματίδια στον αέρα. Έχουμε ήδη αρχίσει να φιλοτεχνούμε τις κρεμάλες για τους «προδότες πολιτικούς» που μας έφεραν ως εδώ, σε μία απόπειρα να βαφτίσουμε το πρόβλημα, να το φέρουμε στα μέτρα μας ώστε να ξεμπερδέψουμε με αυτό ευκολότερα. Εξυπακούεται (ελπίζω) πως δεν έχω την παραμικρή διάθεση υπεράσπισης αυτού του συνονθυλεύματος μικροπρεπών και εξουσιολάγνων απολειφαδιών που λιμνάζουν στα έδρανα της Βουλής. Απλούστατα, προσπαθώ να πιάσω το νήμα από την αρχή. Εφόσον έχουμε σχεδόν ομόφωνα καταλήξει πως ολόκληρη η διαδρομή, από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα, μας έφερε σε αυτό το μαύρο χάλι, τότε θα πρέπει να προτιμήσουμε πιο αποδοτικές λύσεις από τις κρεμάλες, όπως τους φούρνους των στρατοπέδων συγκέντρωσης, γιατί έχουν μαζευτεί υπεράριθμοι προδότες.
Να έχετε όμως πάντα κατά νου πως ρόδα είναι και γυρίζει, μην κρατάτε και μεγάλο καλάθι διότι οι προδότες του σήμερα ενδέχεται να είναι οι πεφωτισμένοι μεταρρυθμιστές του αύριο. Ζώντας σε καιρούς εύλογης και βιαστικής αποδόμησης, αποκαθηλώσαμε επιτέλους την εικόνα των παλιών καλών μαμούθ της πολιτικής σκηνής, εκείνους τους αληθινούς ηγέτες που έβαζαν στοργικά όλο τον ελληνικό λαό στην τεράστια αγκαλιά τους, όταν ξεπρόβαλαν στο μπαλκόνι. Για λίγο καιρό γλυτώσαμε από την ανάγκη του Έλληνα ψηφοφόρου για έναν αρχηγό επιβήτορα που θα τον ενημερώνει αυταρχικά για την ώρα της συνουσίας. Μετά-νεωτερικότητα κύριοι, τώρα επιζητούμε κάποιον διακοσμητικό «άφθαρτο». Αν μπορούμε να εμπλακούμε και ανούσιες σε συζητήσεις για το αν είναι όντως «τραπεζίτης» ή όχι, ακόμη καλύτερα. Η μόδα όμως κάνει κύκλους και μπορεί να γυρίσουμε στα παλιά πρότυπα ηγέτη, όρκο μην παίρνετε για το οτιδήποτε σε αυτή τη χώρα. Ο χορός θα βαστά, όσο κουβαλάει ο καθένας μας πολλούς Δούρειους Ίππους τσέπης.
To be continued…