Skip to main content
Menu

Οι φωτιές που μας καίνε

Οι φωτιές που μας καίνε
Σκόρπιες σκέψεις για μία από τις πιο φονικές πυρκαγιές στην Ευρώπη

Του Γιώργου Παπαδημητρίου

Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να διαβάσετε έναν ακόμη τυποποιημένο κι υποκριτικό ψηφιακό θρήνο, δεν θα υπομείνετε ένα ακόμη υποτιθέμενα εξοργισμένο κι ακατάδεκτο «κατηγορώ», επί παντός επιστητού και προς πάσα κατεύθυνση, χωρίς την παραμικρή διάθεση ή υπόνοια τεκμηρίωσης.

Αυτό που θα διαβάσετε, όσοι το επιλέξετε, είναι μια στοιχειώδης προσπάθεια κατηγοριοποίησης σκόρπιων δύσθυμων σκέψεων, μετά από μια συμφορά κατά κυριολεξία άνευ προηγουμένου, καθότι η καταστροφή στην Αττική φιγουράρει στην κορυφή της λίστας με τις πιο φονικές πυρκαγιές στην Ευρώπη, την τελευταία εκατονταετία.

Α. Το φάντασμα της αποσταθεροποίησης, ο μπαμπούλας των ασύμμετρων απειλών

Αυτή η καραμέλα δεν είναι καινούργια, είναι αντιθέτως παμπάλαια. Είχε ξεκινήσει από την εποχή της Μεταπολίτευσης, όπου κάθε πυρκαγιά αποδιδόταν σε δυνάμεις αποσταθεροποίησης του εύθραυστου ακόμη δημοκρατικού πολιτεύματος, με το πρόσημα αυτών των δυνάμεων να αποκτά είτε ακροδεξιό είτε ακροαριστερό περιεχόμενο, ανάλογα με τον εκφραστή της συνωμοσιολογικής παραφιλολογίας. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και μετά, τη μερίδα του λέοντος σε αυτές τις ανυπόστατες θεωρίες κέρδισαν οι Τούρκοι (εν καιρώ, οι Τούρκοι μετατράπηκαν σε Αλβανούς) χτηκε ﷽﷽﷽﷽απβαθμοτας από το αντικοσι coeur  du toutπράκτορες, εντεταλμένοι με ειδική αποστολή, αποσκοπώντας τόσο στο να πλήξουν τον τουρισμό της Ελλάδος όσο και στο να προκαλέσουν τριγμούς στη διεθνή εικόνα της χώρας. Ακόμη και στις μέρες μας, αυτά τα φαντασιόπληκτα σενάρια δεν λένε να υποχωρήσουν, παρόλο που δεν έχει υπάρξει ποτέ οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη επιβεβαίωσή τους από ντοκουμέντα, μαρτυρίες, τεκμήρια, αποδεικτικά στοιχεία.

Αυτή η διαρκής επίκληση αστάθμητων παραγόντων, σκοτεινών κύκλων και υπόγειων κυκλωμάτων δολιοφθοράς χαρακτηρίζεται, όπως είναι προφανές, από ασάφειες, γενικότητες κι αοριστίες κι επιφέρει διπλό εκνευρισμό. Αφενός συνιστά πλήρη ασέβεια και ύβρι απέναντι σε όλους όσοι χάθηκαν και επλήγησαν από τις πυρκαγιές, αφετέρου τορπιλίζει οποιαδήποτε απόπειρα γόνιμου προβληματισμού, στοχευμένης απόδοσης ευθυνών και προσπάθειας αποφυγής των ίδιων εγκληματικών σφαλμάτων που βρίσκονται πίσω από την τραγωδία. Στο ίδιο μήκος κύματος, στην άλλη όψη του εγχώριου συνωμοσιολογικού νομίσματος, προτού καλά καλά κοπάσουν οι φλόγες, ο κάθε αυτόκλητος γνώστης όλων των ερεβωδών μηχανορραφιών είχε ήδη εξαγάγει το ασφαλές συμπέρασμα του καναπέ: «Όλα έγιναν για τον βωξίτη στα Γεράνεια»... 

Β. Τα χρόνια προβλήματα: θεσμικά, δομικά, μεμονωμένης νοοτροπίας. Το ασήκωτο βάρος της εξατομικευμένης και της συλλογικής ευθύνης εν Ελλάδι

Αντί, λοιπόν, να αποδίδουμε τις ευθύνες σε μυστικές δυνάμεις που επιβουλεύονται τη χώρα, σε διαβόλους-τριβόλους και εξωγήινους, θα ήταν μάλλον σώφρον να εξερευνήσουμε τα αίτια της τραγωδίας, ξεκινώντας από το αντί-δημοφιλές, καθότι ελάχιστα παραληρηματικό, ωστόσο προφανές: όταν η θερμοκρασία αγγίζει τους 40 βαθμούς κι οι άνεμοι ξεπερνούν σε ένταση τα 100 χλμ/ώρα, μια περιοχή γεμάτη από πευκοδάσος και διάσπαρτη με κτίσματα, πολλά εκ των οποίων δεν υπόκεινται στο παραμικρό ρυμοτομικό και πολεοδομικό σχέδιο, λαμβάνει αυτόματα τον χαρακτηρισμό «κίνδυνος-θάνατος», όσον αφορά την πιθανότητα πρόκλησης πυρκαγιών. Για όσους δεν το γνωρίζουν, τα πευκοδάση, σε συνθήκες υψηλής θερμικής πίεσης, παρουσιάζουν τάσεις αυτανάφλεξης, οι οποίες προφανώς και υποβοηθούνται από τον παράγοντα της ανθρώπινης αμέλειας (αν είστε πιο αυστηροί από εμένα, μπορείτε να αλλάξετε τη διατύπωση σε «παράγοντα της ανθρώπινης βλακείας», ο οποίος πλέον είναι απαραίτητο να λογίζεται ως ισότιμος παράγοντας του οικοσυστήματος). Ξεκινώντας από τους σωρούς σκουπιδιών (ιδίως των πλαστικών) που λειτουργούν ως πηγές αστραπιαίας ανάφλεξης, μέχρι τις δραστηριότητες – ενέργειες που μπορούν να καταλήξουν σε καταστροφή, όπως μπάρμπεκιου σε υπαίθριο κατάφυτο χώρο, αναμμένα αποτσίγαρα, εργασίες που περιλαμβάνουν εκτόξευση σπινθήρων κτλ. Η ανθρώπινη αδιαφορία μπορεί να αποβεί αδιανόητα ολέθρια κι εγκληματική, χωρίς να εμπλέκεται αναγκαστικά κάποιος παλαβός με μπιτόνι στην όλη ιστορία.

Από εκεί και έπειτα, για να προχωρήσουμε σε μια πιο μακροσκοπική εξέταση των ευθυνών, οι παθογένειες του ελληνικού κράτους (κι όπου λέμε κράτος, εννοούμε μια σύνθετη διακλάδωση που δεν περιλαμβάνει μονάχα τους πολιτικούς ή τους αρμόδιους φορείς, αλλά ολόκληρο το κοινωνικό πλέγμα και τη σύνδεσή του με τους έχοντες την εξουσία και την ευθύνη) είναι γνωστές και αγιάτρευτες. Ατελείωτα νομοθετικά παραθυράκια που επιτρέπουν τον αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων και την ανέγερση αυθαίρετων κτισμάτων, μηδενική μέριμνα στους τομείς της πυρασφάλειας και της δασοπροστασίας, υποστελεχωμένες υπηρεσίες (κάποτε πρέπει να διαχωρίσουμε σε αυτή τη χώρα την πραγματική μάστιγα του Δημοσίου, που εκτρέφει κηφήνες, παραχωρεί προνόμια σε άχρηστους και ακαμάτηδες και λειτουργεί ως μόνιμο πεδίο κομματικού πελατολογίου από την πρόδηλη αναγκαιότητα επαρκούς στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού με πυροσβέστες, νοσοκόμους, γιατρούς, ερευνητικό προσωπικό κτλ), δίχως τον απαραίτητο εξοπλισμό, έλλειψη συντονισμένων και υλοποιήσιμων σχεδίων έκτακτης ανάγκης, κακοσυντηρημένο κι απαρχαιωμένο δίκτυο της ΔΕΗ κτλ.

Η λίστα είναι προφανώς ατελείωτη και οδυνηρή και η αλλαγή θα είναι μακρόσυρτη κι επώδυνη. Και θα περιλαμβάνει όλους μας. Ο αχαλίνωτος ατομικισμός, η αδράνεια, η αδιαφορία είναι  τοξικές ουσίες που ρίχνουν λάδι σε κάθε μεταφορική και κυριολεκτική φωτιά. Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μία χώρα που θαρρείς και βρίσκεται σε εμπόλεμη ζώνη, με αθώους ανθρώπους να χάνονται σε πυρκαγιές, νεροποντές, αλλά και κάθε σαββατοκύριακο σε ένα οδικό δίκτυο – καρμανιόλα, όπου δίνουν θανάσιμο ραντεβού η έλλειψη υποδομών και η απουσία συνείδησης. Οφείλουμε άπαντες να δρούμε ελεγκτικά και διορθωτικά απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, απέναντι στον γείτονα, απέναντι στην εξουσία.

Το κράτος είναι υποχρεωμένο να γκρεμίσει τα αυθαίρετα (όχι λίγα, αλλά όλα), να φροντίζει ότι κάθε καμμένη περιοχή κηρύσσεται αναδασωτέα όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην πράξη, να μην αποψιλώνει τις δασικές εκτάσεις, με νόμους που καταλήγουν να καταστρατηγούν το άρθρο 24 του Συντάγματος, να οργανώσει τις δομές και της υπηρεσίες του (με πρώτη και καλύτερη την Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας) με καταρτισμένο και επαρκές προσωπικό, να μελετήσει τα ακραία καιρικά φαινόμενα, να καταστρώσει σχέδια έκτακτης ανάγκης, έχοντας κατά νου πως αυτή η «έκτακτη ανάγκη» μπορεί να έρθει και νωρίτερα από τη Δευτέρα Παρουσία. Κι εμείς θα πρέπει να σταματήσουμε να δρούμε ως βοηθητικό δεκανίκι ενός ανάλγητου κράτους, παλεύοντας να «τακτοποιήσουμε» το δικό μας αυθαιρετάκι, αναπαράγοντας βλακείες και ψεύδη αντί για χρήσιμες κουβέντες, αδιαφορώντας για τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας και πρόληψης, πράττοντας το κακό ακόμη κι άθελά μας.

Γ. Ο ψυχαναγκασμός του ψεύτικου οδυρμού της κοινωνικής δικτύωσης

Δεν μας έφταναν όλα τα υπόλοιπα, έχουμε κι αυτό. Κι όταν λέω «όλα τα υπόλοιπα», εννοώ όλα όσα συναποτελούν το θλιβερό μιντιακό / πολιτικάντικο – επικοινωνιακό τοπίο αυτής της χώρας. Τη κυβέρνηση που νίπτει όπως τα πάντα τας χείρας και επικαλείται τις ίδιες αρλούμπες με τους προκατόχους της. Την αξιωματική αντιπολίτευση που χωρίς καμία αιδώ κουνά επιδεικτικά το δάχτυλο και κεφαλαιοποιεί μικροπολιτικά την τραγωδία πάνω από νεκρά πτώματα, λες και δεν έχει ασύλληπτο μερίδιο ευθύνης στις προαιώνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους. Τους θλιβερούς μελανοχιτώνες της ΧΑ που παριστάνουν τους ερασιτέχνες πυροσβέστες και παίζουν για μια ακόμη φορά ιδανικά το παιχνίδι του «ενεργού πολιτικού που είναι δίπλα στον απλό κοσμάκη», ταΐζοντας με το σύνηθες κουτόχορτο ένα λαό αποκαμωμένο, κουρασμένο, βυθισμένο στην απογοήτευση, την άγνοια και τη χυδαία καθημερινότητα, πρόσφορο και ευεπίφορο στον πιο χυδαίο λαϊκισμό.

Τον εκάστοτε φωτεινό παντογνώστη που ξεσκεπάζει κυκλώματα και συνωμοσίες, γράφοντας το μακρύ του και το κοντό του σε δημόσια θέα, χωρίς κανένα λογικό έρεισμα.  Τον βομβαρδισμό με εικόνες και φωτογραφίες φρίκης, που έχουν ως σκοπό να μετατρέψουν τη φρίκη σε θέαμα α λα Γκυ Ντεμπόρ, χωρίς καν να μεσολαβεί η στοιχειώδης διαδικασία double-check, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και στα social media στιγμιότυπα από καταστροφές που συνέβησαν σε άλλες χώρες, πριν από πολλά χρόνια. Τα αντίπαλα κομματικά στρατόπεδα που ανταλλάσσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ριπές παχύρρευστης βλακείας, επιδεικνύοντας ξεδιάντροπη αδιαφορία για τα όσα έχουν συμβεί, την ίδια στιγμή που παριστάνουν τους ζηλωτές κήρυκες της ευαισθησίας και του πένθους.

Πέρα, λοιπόν, από όλα αυτά, έχουμε και την ψηφιακή αστυνομία ηθικής (εν τέλει, ακατάσχετης ηθικολογίας), που σου επιβάλλει πώς να αισθανθείς και τι να σκεφτείς. Που σε υποχρεώνει να βάλεις σε καραντίνα κάθε άλλη αντίδραση, πέρα από τον θρήνο – κονσέρβα. Που εκδίδει διατάγματα που απαγορεύουν να επιδοθείς σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, πέρα από το ποστάρισμα συντετριμμένων τσιτάτων του καναπέ και του πληκτρολογίου. Που θα σε ενημερώσει πότε θα έχει παρέλθει αρκετός καιρός, πότε δεν θα θεωρείσαι πλέον κτήνος αν δεις μια ταινία ή έναν αγώνα ποδοσφαίρου, αν γελάσεις με ένα αστείο που άκουσες ή είπες, αν ασχοληθείς με τα δικά σου προβλήματα της καθημερινότητας για λίγες ώρες, ξεχνώντας την τραγωδία, αν δεν διαλαλείς κάθε δευτερόλεπτο, με πομπώδες κι αυτάρεσκο ύφος και στόμφο τη θλίψη σου, αν δεν μοστράρεις φόρα παρτίδα το πόσο συγκλονισμένος είσαι.  Ανέκαθεν το πίστευα, σε τέτοιες στιγμές που το μυαλό και η καρδιά μουδιάζουν, φοβού τους φωνακλάδες, τους φαφλατάδες και τους σερίφηδες της ηθικής.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ