Skip to main content
Menu

Μάρκος Μέσκος: η πρώτη απώλεια του 2019

Ο ποιητής που διέμενε στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία 40 χρόνια

Του Γιώργου Παπαδημητρίου

Η αυγή του νέου έτους, παρά το εξ ορισμού χαρμόσυνο πρόσημό της, δυστυχώς συνέπεσε με μια δυσάρεστη είδηση, τουλάχιστον για όσους αγαπούν τις τέχνες και τα γράμματα και έχουν ταυτίσει την ταυτότητα της πόλης μας με τη σπουδαία της καλλιτεχνική παρακαταθήκη. Ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, ο οποίος γεννήθηκε στην Έδεσσα, αλλά διέμενε στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία (σχεδόν) 40 χρόνια, έχοντας τρόπο τινά «πολιτογραφηθεί» Θεσσαλονικιός, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 83 ετών, έπειτα από πολυετή μάχη με αντίπαλο τον καρκίνο.

Η ποίηση του Μέσκου υπήρξε, στο πέρας του χρόνου, αθεράπευτα μελαγχολική, μεταδίδοντας μια αίσθηση αγιάτρευτης πίκρας και αχαλίνωτης ματαίωσης. Τα ανοιχτά τραύματα της Κατοχής και του Εμφυλίου εγγράφονται στο σώμα του ποιητικού λόγου του Μέσκου, το χαρακώνουν, το αυλακώνουν βαθιά, αφήνοντας ουλές και ανοιχτές πληγές, οι οποίες ποτέ δεν θεραπεύονται πλήρως. Ο ίδιος, μιλώντας για την ποίησή του, την είχε παρομοιάσει με ένα κατάμαυρο καμένο δέντρο, το οποίο δεν έχει στραγγιστεί ολοκληρωτικά, έχοντας ακόμη μια ικμάδα ζωής στις αθέατες ρίζες του.

Η ποίηση του Μέσκου χαρακτηρίζεται από μια συνεχή παλιννόστηση, από μία ακατάσχετη επιθυμία επιστροφής στη μήτρα του γενέθλιου τόπου και των πρώτων εικόνων, οι οποίες λειτουργούν ως αρχέτυπο καλούπι εντός του οποίου παίρνουν σχήμα και μορφή όλοι οι φόβοι κι όλες οι επιθυμίες. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο Μέσκος υπέγραφε τα πρώτα του ποιήματα με το ψευδώνυμο «Δημήτρης Γραμματικός», το οποίο αποτελούσε αναφορά και μνεία στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Γραμματικός, λίγο έξω από την Έδεσσα.

Το έργο του Μέσκου, πέρα από τη νοσταλγική επιστροφή στις ρίζες και την ακατάσχετη μελαγχολία, είναι εμποτισμένο με ένα βαθύ έρωτα για την ουτοπική φυγή, για την πολυπόθητη, εντούτοις ανέφικτη, ελευθερία, για την ηρωική αντίσταση και την απελευθέρωση από τα δεσμά. Αυτή η μάταιη μάχη του ατόμου απέναντι στον ιστορικό χωροχρόνο. που έρχεται να εισβάλλει βίαια και να καταδυναστεύσει τον μύχιο χώρο της ανθρώπινης προσωπικότητας, είναι ένας αγώνας που οφείλει πάση θυσία να δοθεί, ακόμη κι αν το αρνητικό αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.

Η ποίηση του Μέσκου, πέρα από την αιχμηρή της θεματική, την αφαιρετική της κομψότητα και τη γοητευτική της νοσταλγία, είναι εξοπλισμένη με ένα ακόμη θέλγητρο: την πανέμορφη ντοπιολαλιά, καθώς δεν δειλιάζει να συμπεριλάβει και όλα τα σλαβικής προέλευσης ντόπια γλωσσικά ιδιώματα. Απομεινάρια μιας γλώσσας που το ελληνικό κράτος θέλησε να ξεριζώσει και να φιμώσει για λόγους εθνικής συνοχής και συγκρότησης ενός ενιαίου εθνικού αφηγήματος. Ο Μέσκος, διόλου τυχαία, δίνει στην ποιητική συλλογή που συνέθεσε το 1979 τον τίτλο Κομμένη γλώσσα, ενώ σε πολλά ποιήματα και γραπτά του αναφέρεται στην Έδεσσα με την ονομασία «Βοδενά», που σημαίνει «η πόλη των νερών», στο σλάβικο μακεδονίτικο ιδίωμα.

Ο Μάρκος Μέσκος δεν ήταν κάποιος άπατρις προδότης, όπως θα τον αποκαλούσε ελαφρά τη καρδία το συρφετό που υποθάλπει και υποδαυλίζει την εθνικιστική υστερία των ημερών μας. Αντιθέτως, ο Μέσκος κουβαλούσε μέσα του την έννοια της πατρίδας, την άφηνε να του ζεστάνει την καρδιά, της χάριζε διαστάσεις σιωπηλού καταφυγίου και λυτρωτικού άβατου. Και κατανοούσε ότι η πατρίδα δεν είναι μια έννοια μονοδιάστατη και μονοκόμματη, δεν είναι ένα κατασκεύασμα που εξυπηρετεί ιδεολογήματα. Καιρός είναι να δούμε τα πράγματα αλλιώς, με βλέμμα που στρέφεται μακριά τόσο από τους τακτικίστικους αλυτρωτισμούς των –επίσης εθνικιστών- γειτόνων όσο και από τους φανατισμούς ντόπιων μυαλοπώλες που εξακολουθούν να πλασάρουν μια ελεεινή πραμάτεια από εθνοσωτήριες χάντρες και πατριδοκάπηλα καθρεφτάκια. Ας ακούσουμε, αμφότερες οι πλευρές, μια φορά και τους ποιητές, μπορεί και να κερδίσουμε κάτι.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ