Skip to main content
Menu Αναζήτηση

Γιατί το Πάσχα γοητεύει ακόμη και όσους δεν πιστεύουν

Το Πάσχα διαθέτει μια μοναδικότητα, μια αίσθηση κατάνυξης, δέους και αλληγορίας

Του Γιώργου Παπαδημητρίου

Μπορεί να έγκειται απλώς στο γεγονός ότι συμπίπτει με τον ολόγιομο οργασμό της άνοιξης, ότι είναι, δηλαδή, συνυφασμένο με την ηλιοφάνεια, την ανθοφορία, το μεγάλωμα της ημέρας, την οριστική αποτίναξη των κατάλοιπων του χειμώνα. Δεν αποκλείεται να έχει σχέση με τις παιδικές αναμνήσεις που αγκυροβολούν στο μυαλό και υφαίνουν ένα πέπλο νοσταλγίας και τρυφερότητας. Ενδέχεται να σχετίζεται ώς ένα βαθμό και με το τόσο γοητευτικό, ανακουφιστικό, γαλήνιο και καλοδεχούμενο άδειασμα της πόλης. Είναι, πράγματι, υπέροχο να απολαμβάνεις τους γυμνούς δρόμους και την έλλειψη θορύβου σε μια πόλη όπου αγαπάς να βολτάρεις και να κινείσαι, αλλά οι συνθήκες που επικρατούν στην καθημερινότητά μας μετατρέπουν αυτή τη συνήθεια σε μαρτύριο. Όπως και να έχει, όποια κι αν είναι η εξήγηση, το ελληνικό Πάσχα είναι ικανό να ασκήσει απέραντη γοητεία ακόμη και σε κάποιον που δεν είναι θρήσκος, όπως καλή η ώρα και ο υπογράφων.

Πρώτα απ’ όλα, σε σύγκριση με το αντίπαλο δέος των Χριστουγέννων, δεν έρχεσαι αντιμέτωπος με όλα αυτά τα κουραστικά συμπαρομαρτούντα: την ψυχαναγκαστική χαρωπή ευδαιμονία, τον οργιώδη καταναλωτισμό, τον ομογενοποιημένο εορτασμό μιας ημερομηνίας που υποτίθεται πως διαθέτει θρησκευτικό βάθος, αλλά εν τέλει αποτελεί ένα εξόφθαλμο εμπορικό κατασκεύασμα, μια βαριά βιομηχανία αναγκών και επιθυμιών. Το Πάσχα, αντιθέτως, διαθέτει μια μοναδικότητα, ένα πνευματικό υπόβαθρο, αποπνέει, ακόμη και σε αυτή την εποχή της τηλεοπτικής αισθητικής, μια αίσθηση κατάνυξης, δέους και αλληγορίας. Μετατρέπεται σε ένα συμβολισμό για τη θυσία, την πίστη, τη συντριβή, την ελπίδα, την αμαρτία, τη συγχώρεση και το δέος, που ξεπερνά κατά πολύ την ενσωμάτωση σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη θρησκεία, μεταδίδοντας ένα μήνυμα πανανθρώπινο. Τα απόκοσμης ομορφιάς εγκώμια που συνοδεύουν την εκφορά του Επιταφίου συνιστούν την πιο τρανταχτή απόδειξη όλων των παραπάνω, ενώ δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως η ιστορική καταγωγή των εγκωμίων αποδίδεται στη λαϊκή έμπνευση αυτοσχέδιων μουσικών και ραψωδών, η οποία μεταλλάχτηκε και εξελίχτηκε με το πέρας του χρόνου.

Το Πάσχα, πέρα όλων των υπολοίπων, είναι μια συρραφή από υποβλητικές και μυσταγωγικές εικόνες. Η πομπή των πιστών με τις τρεμάμενες λαμπάδες μέσα στην άγρια νύχτα. Η αργόσυρτη περιφορά του Επιταφίου, μια ένδειξη σεβασμού απέναντι σε κάτι άφατο, ασύλληπτο κι ακατανόητο. Η βαφή των αυγών και το χαρωπό τσούγκρισμα, μια τόσο αναγκαία νότα παιδικότητας. Η απίστευτη ποικιλία των ντόπιων παραδόσεων από άκρη σε άκρη της Ελλάδος (παρεμπιπτόντως, το Πάσχα είναι μια πρώτης τάξεως αφορμή για να ανάψει, έστω και εφήμερα, μια σπίθα ζωής στην ελληνική επαρχία) με τις στάμνες (Κέρκυρα), τα αερόστατα (Λεωνίδιο), τις σαΐτες (Καλαμάτα), τις ρουκέτες (Χίος), τις κωνικές φωτιές (Άρτα), τους «κήπους του Αδώνιδος» (Σέρρες), τους «αγώνες των γερόντων» (Αράχοβα), έθιμα που συνδυάζουν τις αρχέγονες παγανιστικές δοξασίες, τις χριστιανικές παραδόσεις και τους λαϊκούς θρύλους. Μιας που μιλάμε για παραδόσεις και ιεροτελεστίες, είναι αδύνατον να μην σταθούμε για λίγο και στο έθιμο της νηστείας. Η οποία νηστεία, ακόμη κι αν εκπορεύεται από μια κάπως μηχανιστική πειθαρχία και συμμόρφωση απέναντι σε εκκλησιαστικούς κανόνες, δεν παύει να περιβάλλεται με ένα μανδύα υπερβατικό, αυτόν της κάθαρσης του οργανισμού, της εγκράτειας και της ταπεινότητας.

Δυστυχώς, στις μέρες μας, ορισμένες από τις πιο σαγηνευτικές παραδόσεις τείνουν να εξαλειφθούν, όπως ο ολονύχτιος στολισμός του Επιταφίου το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης από τις γυναίκες της εκάστοτε ενορίας, ο οποίος ολοένα και πιο συχνά ανατίθεται πλέον σε εταιρίες και επαγγελματίες διακοσμητές. Ομοίως, ακόμη και το βάψιμο των αυγών έχει πλέον ατονίσει, με τα βαμμένα αυγά να αγοράζονται με το κιλό από σούπερ μάρκετ και λαϊκές αγορές. Στο ίδιο κλίμα, το Πάσχα τείνει να θεωρείται συνώνυμο της αχαλίνωτης κραιπάλης που λαμβάνει χώρα την Κυριακή της Ανάστασης, καθώς και με φτηνιάρικα ρεπορτάζ στην τηλεόραση για την τιμή του οβελία στη Βαρβάκειο και με live ανταποκρίσεις από αυτοκινητόδρομους για τη «μαζική φυγή των Αθηναίων». Μην με παρεξηγείτε, νοστιμότατο και λαχταριστό το πασχαλινό τραπέζι (ακόμη και για ανθρώπους σαν του λόγου μου που δεν είναι λάτρεις των αμνοεριφίων), αλλά η μετατροπή της Λαμπρής σε μια παρατεταμένη Τσικνοπέμπτη δεν θεωρώ πως περιλαμβάνει οτιδήποτε το μερακλίδικο ή το κατανυκτικό.

Όσον αφορά το αμιγώς θρησκευτικό σκέλος, προφανώς εισερχόμαστε σε μια ενδιάθετη προσωπική σφαίρα, η οποία δεν μπορεί ποτέ να υπαχθεί σε συνθήκες εξαναγκασμού, ελέγχου ή κολασμού, απ’ όποιο μετερίζι κι αν εξετάσει κανείς το ζήτημα. Η θρησκευτικότητα και η εσωτερική περισυλλογή δεν είναι κτήμα κανενός, δεν ανήκουν εξ ολοκλήρου σε καμία θρησκεία, είναι έννοιες που υφίστανται στη καρδιά και το νου του καθενός από εμάς. Η αλήθεια είναι, προσωπικά μιλώντας, πως θα ήθελα κάποια στιγμή να ζω σε μια χώρα όπου η πλειοψηφία δεν θα πίστευε ότι το αποκαλούμενο Άγιο Φως ανάβει από θεϊκή παρέμβαση, όπου δεν θα υποδεχόμασταν με τιμές αρχηγού κράτους μια φλόγα που ναι μεν διαθέτει συμβολική αξία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένδειξη θείου θαύματος. Όχι τόσο επειδή αντιλαμβάνομαι τη θρησκευτική πίστη ως μια δύναμη αναχρονιστική και οπισθοδρομική (που εξυπακούεται πως πολλές πτυχές της είναι φορείς τέτοιων δυνάμεων), αλλά επειδή μου φαίνεται αυτονόητο ότι ο καθείς έχει δικαίωμα στην κατάνυξη και το δέος, χωρίς να χρειάζεται να επιδείξει επίσημα δογματικά διαπιστευτήρια.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ