Skip to main content
Menu

Η μέρα που έσβησε ο Γκιούλα Λόραντ στο χορτάρι της Τούμπας

Σαν σήμερα έφυγε ο σπουδαίος Γκιούλα Λόραντ

Του Γιώργου Παπαδημητρίου

Οι σπουδαίες ιστορίες είναι για να λέγονται ξανά και ξανά, ώστε να μην μας μείνουν στα χέρια, να μην μαραθούν και πεθάνουν. Μία τέτοια ιστορία διαδραματίστηκε, ή μάλλον για να το θέσω καλύτερα βρήκε την πένθιμη κορύφωσή της, μια μέρα σαν κι αυτή, πριν από ακριβώς 38 χρόνια. Συνήθως, τη στιγμή της αφήγησης αυτών των ιστοριών, τα μάτια μας γουρλώνουν, το μυαλό μας ταξιδεύει, το σώμα μουδιάζει. Τίποτα από όλα τα παραπάνω δεν συνέβη σε μένα, όταν άκουσα για πρώτη φορά τα συγκεκριμένα συμβάντα να ξεδιπλώνονται ενώπιόν μου, σε ηλικία 7-8 ετών, από τα χείλη του παππού μου. Αντί να ακούω εντυπωσιασμένος, για κάποιο λόγο όρθωσα μια σθεναρή καχυποψία, προέβαλα μια επίμονη αμφισβήτηση, κάπως ασυνήθιστη για αυτή την ηλικία. Αρκετά χρόνια αργότερα, διαπίστωσα πως όχι μόνο τα γεγονότα αυτά υπήρξαν αληθινά, αλλά ότι η έλλειψη αφηγηματικής δεινότητας κι ευγλωττίας  του παππού μου μάλλον αποστέρησαν από την ιστορία αυτή μπόλικη από την αστερόσκονη που της αξίζει. Η διαδικασία, λοιπόν, υπήρξε αντίστροφη για μένα. Αντί να ακολουθήσει μια απομάγευση, αυτό που ήρθε σε δεύτερο χρόνο ήταν η σαγήνη.

Πιάνοντας το νήμα από την αρχή ταξιδεύουμε στο 1949, όταν ο Ούγγρος ποδοσφαιριστής Γκιούλα Λόραντ βρέθηκε κρατούμενος για οκτώ μήνες σε στρατόπεδο συγκέντρωσης του καθεστώτος, επειδή προσπάθησε να αυτομολήσει στη Δύση, με προορισμό την Ιταλία (και το Καμπιονάτο). Από την κόλαση του στρατοπέδου τον γλύτωσε ο οραματιστής προπονητής Γκούσταβ Σέμπες, ο οποίος τον προόριζε για βασικό αμυντικό μέσο τόσο στην ομάδα της Χόβεντ όσο και στην Εθνική Ουγγαρίας. Ο Λόραντ γίνεται αναπόσπαστο μέλος της “Aranycsapat”, της επονομαζόμενης «Χρυσής Ομάδας» των Μαγυάρων, η οποία παραμένει αήττητη για 33 συναπτούς επίσημους αγώνες, κατακτά το Χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 και βλέπει το ασύλληπτο σερί της να σπάει στον τελικό του Μουντιάλ δύο χρόνια αργότερα, με δράστη την πρώην Δυτική Γερμανία, στον πιο «σκιώδη» τελικό στην ιστορία των Μουντιάλ.

Αξίζει να αναφερθεί πως η ιστορία του Λόραντ και των υπόλοιπων κρατουμένων ποδοσφαιριστών ήταν η μία από τις δύο πηγές έμπνευσης για τον κολοσσιαίο σκηνοθέτη Τζον Χιούστον και τη μυθική ταινία «Η μεγάλη απόδραση των 11» (Escape to Victory, 1981), στην οποία μια ποδοσφαιρική ομάδα αιχμαλώτων πολέμου σχεδιάζει να αποδράσει στην ανάπαυλα ενός αγώνα εναντίον μιας επίλεκτης ομάδας των Ναζί. Λίγο πριν την απόδραση, όμως, οι επίδοξοι δραπέτες, αντί να χωθούν στο τούνελ της ελευθερίας, αποφασίζουν να ξαναβγούν στον αγωνιστικό χώρο και να διεκδικήσουν τη νίκη μέχρι τέλους, ακόμη και με κίνδυνο να πληρώσουν με θάνατο αυτή τους την ενέργεια. Στην ταινία, πέρα από τους Μάικλ Κέιν, Μαξ φον Ζίντοφ και Σιλβέστερ Σταλόνε, πρωταγωνιστούν και πολλοί ποδοσφαιρικοί αστέρες της εποχής, όπως οι Πελέ, Μπόμπι Μουρ, Οσβάλντο Αρντίλες κ.α. Η δε θρυλική φράση «Είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι», που ξεστομίζει ο Μάικλ Κέιν,  είχε ειπωθεί στην πραγματικότητα από τον Γκούσταβ Σέμπες, όταν προσπαθούσε να πείσει τις ουγγρικές καθεστωτικές αρχές να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους ποδοσφαιριστές.

Παρεμπιπτόντως, το δεύτερο αληθινό γεγονός που ενέπνευσε τον Χιούστον ήταν το λεγόμενο “Death Match” του Κιέβου, εν μέσω Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ της Start FC (αποτελούμενης από πρώην ποδοσφαιριστές της Δυναμό Κιέβου) και μιας επίλεκτης ομάδας από μέλη της ναζιστικής αεροπορίας. Μετά από πολλά ματς που προηγήθηκαν, τα οποία είχαν όλα λήξει υπέρ των Ουκρανών, δόθηκε σαφής οδηγία για μια ξεκάθαρη νίκη της ομάδας των κατακτητών. Ενώ όμως το σκορ ήταν βάσει σχεδίου 3-­1 υπέρ των παικτών του Άξονα, οι παίκτες της Start FC αποφάσισαν στο ημίχρονο να παίξουν τον αγώνα στα ίσια. Τελικό σκορ 3­-5, με τέσσερις παίκτες των νικητών να εκτελούνται και τους υπόλοιπους να στέλνονται στα κάτεργα...

Ας επιστρέψουμε όμως στον Γκιούλα Λόραντ και στον ερχομό του στην πόλη μας. Το καλοκαίρι του 1975, μετά από επίμονες διαπραγματεύσεις στις οποίες επιστρατεύτηκαν μέχρι και μετανάστες οπαδοί του ΠΑΟΚ στη Γερμανία, όπου εργαζόταν ως προπονητής ήδη για μια δεκαετία, ο Λόραντ πείθεται να έρθει στον ΠΑΟΚ. Η συνέχεια υπήρξε ένα ποδοσφαιρικό παραμύθι, από αυτά που απολαμβάνεις να χαζεύεις σε κιτρινισμένες φωτογραφίες και τρεμάμενα τηλεοπτικά πλάνα. Στον πρώτο του επίσημο αγώνα, ο ΠΑΟΚ κερδίζει την μυθική Μπαρτσελόνα του Κρόιφ και του Νέεσκενς για τον πρώτο γύρο του Κυπέλλου Ουέφα, ενώ στο τέλος της σεζόν, το άγιο δισκοπότηρο του πολυπόθητου πρωταθλήματος έχει έρθει για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη. Ο Λόραντ, καθ’ έξη καβγατζής και πνεύμα αντιλογίας, προτού καλά καλά κοπάσουν οι πανηγυρισμοί, μαλώνει αγρίως με τον τότε πρόεδρο Γιώργο Παντελάκη και αποχωρεί κυριολεκτικά εν μία νυκτί. Για τις επόμενες έξι σεζόν εργάζεται στις Άιντραχτ Φρανκφούρτης, Μπάγερν Μονάχου (!) και Σάλκε, προτού επιστρέψει στον ΠΑΟΚ το 1981, με σκοπό να οδηγήσει την ομάδα ξανά στους τίτλους.

Η μοίρα είχε όμως άλλα σχέδια. Μια μέρα σαν κι αυτή, στις 31 Μαΐου 1981, ο ΠΑΟΚ υποδέχεται στην Τούμπα τον Ολυμπιακό και πριν τη συμπλήρωση του δεκαλέπτου μία κεφαλιά του Κούδα βρίσκει στην εξωτερική πλευρά των διχτύων, με τους θεατές να αφήνουν ένα μακρόσυρτο «αχ». Η κλισέ φράση ότι σε κάποιους αγώνες «σπάνε καρδιές» βρήκε δυστυχώς τραγική εφαρμογή εκείνο το μαγιάτικο μεσημέρι, καθώς η καρδιά του Γκιούλα έσκασε σαν μπαλόνι σε αυτή τη χαμένη ευκαιρία. Ο Λόραντ ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς στο χορτάρι της Τούμπας, στα πόδια του αναπληρωματικού Βασίλη Βασιλάκου, και διεκόμισθη άμεσα στο ΑΧΕΠΑ, όπου απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Το ματς συνεχίστηκε σε μία βουβή και πένθιμη βουβαμάρα, με τον θάνατο του Λόραντ να κρατιέται κρυφός (εποχές χωρίς ίντερνετ, γαρ) και τον κόσμο στις κερκίδες (αλλά και τους πάγκους) να υποψιάζεται τα χειρότερα. Ο Βασιλάκος, παρεμπιπτόντως, μπήκε στον αγώνα ως αλλαγή, πέτυχε το νικητήριο γκολ και ξέσπασε σε γοερά κλάματα, κατά βάθος γνωρίζοντας τι έχει προηγηθεί. Ορισμένες φορές, η ζωή είναι πιο καθηλωτική από οποιαδήποτε ταινία...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ