Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Η αγραμματοσύνη έχει στη γλώσσα μας μία συγκεκριμένη έννοια και σημαίνει τον άνθρωπο, ο οποίος δεν ξέρει γράμματα, άρα γραφή και ανάγνωση. Όπως όμως συμβαίνει με όλες τις γλώσσες που είναι άλλωστε ζωντανοί οργανισμοί, έχει πάρει μία πιο σύνθετη έννοια, αυτήν της γενικότερης άγνοιας. Έχει δηλαδή περισσότερο, να κάνει με μία στάση ζωής και όχι το αν κάποιος έχει πάει σχολείο ή ακόμα και πανεπιστήμιο. Πρόσφατα άλλωστε γράψαμε από εδώ για τους αγράμματους πτυχιούχος, οι οποίοι είναι μία πολύ μεγάλη πληγή, κυρίως επειδή, παρά την αμορφωσιά τους, κουβαλάνε και μία υπεροψία.
Σήμερα θα μιλήσουμε για ένα συγγενές με το ανωτέρω φαινόμενο που τείνει, να λάβει διαστάσεις κυρίαρχης κατάστασης. Πρόκειται λοιπόν για τους ανθρώπους, οι οποίοι περιφέρουν την αγραμματοσύνη τους, όχι την κυριολεκτική, αλλά αυτήν που περιγράψαμε αμέσως ανωτέρω, με τεράστια υπερηφάνεια και προσπαθούν να της δώσουν διαστάσεις ταξικές και σχεδόν επαναστατικές. Θα πρέπει λοιπόν, να μάθουν τα άτομα αυτά, ότι μια τέτοια κατάσταση, στην οποία έχουν φέρει τον εαυτό τους είναι κάτι, για το οποίο κανείς ντρέπεται και δεν το προβάλει ως στοιχείο αγωνιστικής δράσης ή λόγο σχετιζόμενο με την κακή του τη μοίρα.
Το μεγαλύτερο μέρος των πραγματικά μορφωμένων και πετυχημένων ανθρώπων προέρχεται από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Ειδικά στη χώρα μας μάλιστα, στη σύγχρονη ιστορία της οποίας η μόρφωση και η προκοπή στα γράμματα αποτελούσε μέσο ανέλιξης τόσο κοινωνικής, όσο και οικονομικής. Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα συμπολιτών μας, οι οποίοι έλιωσαν καρέκλες διαβάζοντας, προκειμένου, να διακριθούν. Και που γέμισαν τους εαυτούς με εφόδια, τα οποία ανοίγουν πόρτες ακόμα και στις πιο δύσκολες εποχές. Όταν μάλιστα αυτό το πετυχαίνουν υπό δύσκολες συνθήκες, αυτό χρήζει ακόμα μεγαλύτερου, απόλυτου θα έλεγα θαυμασμού.
Ακριβώς όμως επειδή οι άνθρωποι αυτοί έχουν πραγματική αξία και το γνωρίζουν, έχουν και αρκετή αυτοπεποίθηση, ώστε να μη χρειάζεται, να περιφέρονται, για να αναδείξουν το μεγαλείο τους και να μας καταδείξουν το πόσο σπουδαίοι είναι. Είναι σπουδαίοι, αλλά επειδή μέσω της μόρφωσής τους έχουν αποκτήσει και το ανάλογο επίπεδο, ξέρουν κάτι πάρα πολύ απλό. Ότι σαματά μπορούν να κάνουν μεγάλο και οι τεντζερέδες.
Αφήστε κιόλας που επειδή έχουν σοβαρά πράγματα, να κάνουν και έχουν και τη σχετική ανάγκη, δίνουν εκεί τη μεγάλη βαρύτητα και δεν ασχολούνται με τους φελλούς που περιφέρουν μακαρίως την άγνοιά τους και την εικόνα του υπερήφανου άξεστου. Εκείνου, ο οποίος επειδή έμεινε αδαής, διατείνεται, ότι με τον τρόπο αυτό αντιστάθηκε στο κατεστημένο.
Η αποστασιοποίηση αυτή των γραμματιζούμενων, η οποία είναι και δικαιολογημένη, όπως προείπαμε, δημιουργεί πρόβλημα στο τέλος. Αφενός, διότι οι φελλοί από τη φύση τους έχουν την τάση, να επιπλέουν και ως εκ τούτου τους βλέπουμε όλοι, θέλουμε δε θέλουμε. Παράλληλα όμως, μένοντας στο περιθώριο, αφήνουν χώρο στους προαναφερθέντες άσχετους, να κυριαρχούν και να πουλάνε πνεύμα και επαναστατική διάθεση.
Να κάνω εδώ μια παρένθεση και να θυμίσω, ότι ο αγαπημένος Χρόνης Μίσσιος, ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε πραγματικός αγωνιστής και κανείς δεν μπορεί αυτό, να το αμφισβητήσει, έμαθε γράμματα, για να μπορέσει, να εξωτερικεύσει αυτά που είχε, να πει. Ένας άνθρωπος λοιπόν που το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής τον κράτησε μακριά από τα γράμματα, κοπίασε και το διόρθωσε αυτό.
Δεν έχει σημασία αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί του. Ένα παράδειγμα είναι για την προκειμένη συζήτηση. Όμως, σίγουρα, ο συγκεκριμένος και πολλοί σαν και αυτόν, όταν είχαν κάτι, να πουν, βγαίναν μπροστά. Δεν απαξίωναν, γνωρίζοντας, ότι είναι επώδυνο και πολλές φορές ανώφελο, να αντιπαρατίθεσαι με τους φελλούς, όσο ανώτερος και αν είσαι από αυτούς. Διότι, αυτοί έχουν στρατό οπαδών, διότι αγαπάνε και αναδεικνύουν το μέτριο και το άκοπο, το οποίο γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο ζητούμενο. Αυτό είναι το μεγάλο δυστύχημα λοιπόν. Το ότι παλεύουμε, να πείσουμε, ότι η οκνηρία και η αδράνεια, καθώς και η θεοποίηση της μετριότητας είναι αυτό, για το οποίο πρέπει να αγωνιστούμε και το αναδείξουμε πάση θυσία.
Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει, να συνειδητοποιήσουμε λοιπόν είναι, ότι η άγνοια και η αγραμματοσύνη δεν είναι μαγκιά και ότι οι βασικοί της εκπρόσωποι δεν είναι καθόλου αγωνιστές, αλλά μέτριοι τεμπελχανάδες, τους οποίους πρέπει, να βάλουμε στο απόλυτο περιθώριο. Και να φέρουμε στο προσκήνιο την πνευματική ελίτ, η οποία οφείλει και αυτή, να βγει μπροστά και να αποτελέσει σημείο αναφοράς και φυσικά πρότυπο. Η πραγματική μαγκιά δεν είναι η αντιδραστικότητα και η προσπάθεια να κάνουμε κυρίαρχο το εύκολο και το τεμπέλικο. Αυτό που πρέπει, να μάθουμε, να αναζητάμε είναι τη διαρκή γνώση και εξέλιξη του εαυτού μας μέσα από αυτήν.
Κάποια στιγμή λοιπόν, θα πρέπει εκεί, να επικεντρωθούμε και να βάλουμε στη θέση τους, δηλαδή στο περιθώριο, τους ελάχιστους και τους ανεπαρκείς.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
