Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Το παρόν γράφεται υπό καθεστώς απίστευτης τοξικότητας με αφορμή ένα τραγικό γεγονός, για άλλη μια φορά. Αυτή η τάση επικρατεί δυστυχώς τον τελευταίο καιρό, για άλλη μια φορά. Δεν μπορεί όμως, να είναι αποδεκτό, να γίνεται πολιτικό παιχνίδι από κάθε πλευρά με αφορμή αυτά τα γεγονότα. Μέρος αυτών που ακούμε, είναι απλά εμετικό.
Είναι χαρακτηριστικό της εποχής αυτό και εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα. Έχουμε πει και άλλες φορές από εδώ, ότι επικρατεί μία ανεκτικότητα σε αυτά που γίνεται. Σε σημείο που αγγίζει τα όρια της απάθειας.
Ένα άλλο πράγμα που παρατηρούμε είναι ένας απόλυτος μηδενισμός. Συμβαίνουν γύρω μας πράγματα συγκλονιστικά, εξοργιστικά και εξαιρετικά στενάχωρα και μερικοί από εμάς τα θεωρούμε φυσιολογικά και δε σηκώνουμε ούτε το φρύδι μας. Σε μία ακόμα πιο ακραία εκδοχή μάλιστα, υπάρχει και η άποψη, ότι αυτά καλώς συμβαίνουν.
Σε συνάφεια με αυτό μπορεί κανείς, να τοποθετήσει και απόψεις που εκφράζονται σε σχέση με θεμελιακά ζητήματα. Πρόσφατα έβλεπα σε μία χιουμοριστική εκπομπή ένα γκάλοπ που έγινε και έθετε το ερώτημα, αν πρέπει, να παραμείνουμε εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε, ότι το ύφος που τέθηκε το ερώτημα ήταν χαβαλέ, αλλά έβλεπες, ότι όλοι απαντούσαν αβίαστα, απερίφραστα και με περισπούδαστο ύφος. Πολλοί λοιπόν από τους ερωτηθέντες απάντησαν λοιπόν, ότι πρέπει, να φύγουμε, γιατί με την παραμονή μας παιδευόμαστε.
Παρά το γενικότερο κλίμα θέσης του ερωτήματος, δε θα πρέπει να μείνουμε αδιάφοροι απέναντι σε αυτό. Διότι, η άποψη αυτή προβάλλεται με αυτόν τον τρόπο συνεχώς και πανταχόθεν. Το πρόβλημα δεν είναι, αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί. Δε χρειάζεται, να αναφέρω, ότι εγώ προσωπικά προφανέστατα διαφωνώ. Το θέμα είναι, ότι, για να απαντήσεις στο θέμα αυτό, χρειάζεται, να έχεις μια στοιχειώδη γνώση του θέματος. Να ξέρεις, τί σημαίνει το ότι συμμετέχουμε και ποια είναι τα προτερήματα που έχε η χώρα από αυτό. Θα ήταν ενδιαφέρον, να ρωτήσει λοιπόν εδώ κανείς, πώς θα του φαινόταν, να χρειαζόταν visa, για να πάει ένα ταξίδι π.χ. στη Γερμανία ή τη Γαλλία. Ή πόσο ωραίο θα ήταν, να μην υπάρχει η δυνατότητα σε σχέση με πιο σύνθετα ζητήματα, όπως είναι η εγκατάσταση και η αναζήτηση εργασίας με καθεστώς απόλυτης ελευθερίας. Για να μην αναφερθούμε και στη χρηματοδότηση που παρέχεται για την ανάπτυξη υποδομών και ενίσχυση δραστηριοτήτων.
Το να είναι κανείς ενεργός πολίτης και να συμμετέχει στα κοινά προϋποθέτει, να είναι ενημερωμένος, να έχει στοιχειώδη γνώση των κρίσιμων ζητημάτων και να εκφράζει άποψη με σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Διαφορετικά η γνώμη είναι γηπεδικού χαρακτήρα του χειρίστου είδους και έχει την αντίστοιχη αξία.
Όμως η αντίληψη αυτή κυριαρχεί και μας επηρεάζει όλους. Ως εκ τούτου έχουμε σαφή ευθύνη για αυτό και για το ότι την ανεχόμαστε.
Σε σχέση τώρα με το κρίσιμο ζήτημα, όσοι γνωρίζουμε λίγο καλύτερα, θα πρέπει, να κάνουμε έναν κόπο, να μιλήσουμε για το θέμα αυτό και να το αναδείξουμε. Επαναλαμβάνω, όχι κατά προτεραιότητα, για να πείσουμε, ότι έχουμε δίκιο, αλλά για να βεβαιωθούμε, ότι ακόμα και η διαφωνία στηρίζεται σε σοβαρά επιχειρήματα και βάσεις.
Περνώντας τώρα στην προσωπική άποψη, θα πρότεινα σε όσους διαφωνούν, να ανατρέξουν λίγο στην ιστορία του Brexit και στο πώς ακριβώς αυτή έγινε, με ποια επιχειρηματολογία και πού έχει οδηγήσει. Παράλληλα, καλό θα ήταν, να αναλογιστούμε, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι οικονομία και χώρα ίδιου μεγέθους με τη δική μας. Επίσης, θα ήταν ενδιαφέρον, να δούμε ποιοι υποστήριξαν την έξοδο και σε ποια -πλήρως αντιτιθέμενα- ιδεολογικά πλαίσια κινούνται. Είναι μια περίπτωση που τα άκρα ενώθηκαν και ομονόησαν. Το ίδιο θα δει και σε σχέση με την ίδια συζήτηση, όπου και αν αυτή διεξάγεται.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μία ιδιαίτερη κατάσταση και έχει πολλές ιδιομορφίες, καθώς πρόκειται για κάτι που, μέχρι την ίδρυσή της, δεν είχε ξαναγίνει και δεν επαναλήφθηκε. Επηρεάζει ζητήματα, τα οποία δεν είναι -εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον- συνδεμένα με διεθνείς σχέσεις και συνεργασία.
Εγώ έχω ξαναπεί από εδώ, ότι είμαι οπαδός της Ένωσης, χωρίς, να αγνοώ τα προβλήματά της. Αυτά που έχει πετύχει είναι συγκλονιστικά και εδώ θα ήταν επίσης ενδιαφέρον, να δούμε από πού ξεκίνησε και πού έχει φτάσει σήμερα. Το ίδιο θα τους πρότεινα και σε σχέση με τα πισωγυρίσματα που εμφανίζονται και τους λόγους που γίνεται αυτό.
Κατά την προσωπική μου άποψη δεν είναι νοητό, να μιλάμε σήμερα, τον 21ο αιώνα δηλαδή, για δραστηριότητα χωρίς διεθνή συνεργασία και μάλιστα σε επίπεδο πολύ ευρύτερο και από την ίδια την Ένωση.
Ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο θέμα που αντιμετωπίζουμε εδώ πάντως και τις απόψεις που μπορεί, να έχουμε σε σχέση με αυτό, θα πρέπει, να επαναλάβουμε, ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο, να περιορίσουμε την έκφραση απόψεων χωρίς τη βάσανο της προσέγγισής του μέσα από τη γνώση του κρίσιμου κάθε φορά θέματος.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis(www.anplegal.gr).
