Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Το μέλλον της Αιγύπτου μοιάζει σήμερα πιο αβέβαιο παρά ποτέ, με τον στρατό να έχει ρίξει πραξικοπηματικά τον πρώτο εκλεγμένο Πρόεδρο της χώρας και να έχει ανοίξει πυρ κατά των ισλαμιστών υποστηρικτών του, οι οποίοι διακηρύσσουν πως δεν υποχωρούν. Κι αν μέσα στη χώρα η διολίσθηση σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο δεν μπορεί να αποκλειστεί, εκτός των συνόρων έχει ήδη καταστεί σαφές πιο «χάρηκαν» και ποιοι όχι από την πτώση του Μοχάμεντ Μόρσι.
Οι «χαρούμενοι»
Πρώτος και μη εξαιρετέος είναι ο Μπασάρ αλ Άσαντ! Μετά από περισσότερους από 24 μήνες μίας εξέγερσης που οδήγησε σε εμφύλιο, μέσω της έμμεσης παρέμβασης γειτονικών και όχι μόνο χωρών (Τουρκία, Κατάρ και πιο υποδόρια των ΗΠΑ), ο Άσαντ έχει αποδειχτεί πολύ σκληρό καρύδι, καθώς ακόμη και τώρα που μιλάμε ο κυβερνητικός στρατός ανακαταλαμβάνει την πόλη Χομς και στερεί ζωτικό χώρο από τους αντικυβερνητικούς. Βλέποντας, λοιπόν, την πορεία των 16 εκατομμυρίων Αιγυπτίων (!) κατά του Μοχάμεντ Μόρσι και τους πανηγυρισμούς του κόσμου όταν ανακοινώθηκε το πραξικόπημα, ο Άσαντ δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη ευκαιρία για να ξεσπαθώσει κατά του πολιτικού Ισλάμ, το οποίο είναι ο μοναδικός ουσιαστικός του αντίπαλος.
Το αστείο είναι πως πολλοί από τους εχθρούς του Άσαντ βρέθηκαν στη δική του πλευρά, όντας ενθουσιασμένοι με τις εξελίξεις στη φύσει και θέσει ηγέτιδα χώρα του αραβικού κόσμου. Κορυφαίο παράδειγμα η Σαουδική Αραβία. Στη χώρα του πιο σκληρού ισλαμικού νόμου δεν συμπάθησαν καθόλου τους ισλαμιστές για άλλους λόγους. Συγκεκριμένα, το βασίλειο του Ριάντ ήταν πολύ δυσαρεστημένο τόσο από την πτώση του Χόσνι Μουμπάρακ – η παρουσία του οποία διασφάλιζε την σταθερότητα και την… υποτέλεια της Αιγύπτου – όσο κι από την δημοκρατική διαδικασία μέσω της οποίας ανέβηκε στην εξουσία ο Μόρσι. Θεώρησαν από την πρώτη στιγμή που η εξέγερση και ο εκδημοκρατισμός αποτελούσε μία διαρκή απειλή για το βασίλειο, εξ ου και πλημμύρισαν με λεφτά τους δικούς τους «αγανακτισμένους», αλλά και έκοψαν κάθε οικονομικό δίαυλο με το Κάιρο.
Μετά το πραξικόπημα προσέφεραν 5 δισ. δολάρια σε βοήθεια. Την ίδια αντίδραση, της προσφοράς οικονομικής «βοήθειας», είχαν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ.
Οι «πικραμένοι»
Στην άλλη πλευρά, κυριαρχεί η Τουρκία. Ο Ερντογάν ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός που έκανε λόγο για πραξικόπημα και μάλιστα επιτέθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την «χαλαρή» αντίδρασή της. Έχοντας αντιμετωπίσει με βιαιότητα και σφοδρότητα το εσωτερικό κύμα αντίδρασης στον εξισλαμισμό της Τουρκίας είναι απολύτως λογικό ο Ερντογάν να θεωρεί στρατηγική ήττα την αλλαγή καθεστώτος στην Αίγυπτο. Άλλωστε, από την αποκαλούμενη Αραβική Άνοιξη και μετά ο Ερντογάν αισθανόταν ολοένα και πιο ενδυναμωμένος σε ένα περιβάλλον όπου το δικό του μοντέλο (του πολιτικού Ισλάμ, μετριοπαθούς με… βλέψεις) μετατρεπόταν σε παράδειγμα προς μίμηση. Ο ηγετικός ρόλος που εποφθαλμιά η Άγκυρα για την περιοχή δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν ο Ερντογάν έχει να κάνει με κοσμικές κυβερνήσεις και φιλελεύθερους. Ακόμη κι αν αυτοί είναι «εντολοδόχοι», τοποθετημένοι από κάποιο αμερικανικό χέρι (όπως ο Ελ Μπαραντέι), η Τουρκία δεν θα μπορεί να διεισδύσει στην πολιτικοοικονομική τους στάση.
Να μην ξεχνάμε πως η Τουρκία είναι πλέον σε ανοικτή ρήξη και με τη Συρία, κάτι που σημαίνει πως ο Ερντογάν δεν θέλει ούτε να φανταστεί την πιθανότητα ο Άσαντ να εξοντώσει τους πολιτικούς και στρατιωτικούς του αντιπάλους, αφήνοντας ξαφνικά την Τουρκία με μία Συρία εχθρική προς αυτήν.
Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για το πετρο- Κατάρ. Όχι μόνο ήταν το μόνο αραβικό κράτος που στήριξη του Μόρσι, αλλά κι αυτό έχει επενδύσει πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά στην πτώση του Άσαντ για να αποκτήσει το δυνατόν μεγαλύτερη επιρροή στο σουνιτικό κομμάτι του ισλαμικού κόσμου.
Η κατακλείδα και οι ανύπαρκτοι
Καμία απόπειρα σκιαγράφησης της γεωπολιτικής κατάστασης που έχει επιφέρει το πραξικόπημα του Σίσι στην Αίγυπτο δεν θα ήταν πλήρης δίχως τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ πρέπει να πέταξαν τη σκούφια τους όταν ο στρατηγός Σίσι ανακοίνωνε το πραξικόπημα και ο κόσμος στην Ταχρίρ παραληρούσε. Τους έδινε ένα ανεπανάληπτο φύλλο συκής για να καλύψουν τη δική τους επαναφορά στην εξουσία, πίσω από την αναμφισβήτητη αποδοχή της παρέμβασης του στρατού από μεγάλο κομμάτι της αιγυπτιακής κοινωνίας. Πρόκειται για συνταρακτική εξέλιξη, την ώρα που όλες οι επιλογές των ΗΠΑ (με πρωτοπαλίκαρο τον σημερινό πρωθυπουργό Ελ Μπαραντέι) είχαν καεί δημοκρατικά, ο στρατός (ο οποίος παραμένει σε τεράστια κλίμακα αμερικανόφιλος) δείχνει να παραμένει όχι μόνο ισχυρός, αλλά και αποδεκτός από τον αιγυπτιακό λαό. Έτσι, Αμερικάνοι και Ισραηλινοί που δεν έλεγχαν τον Μοχάμεντ Μόρσι, ο οποίος στο μέτρο του δυνατού για μία υπό οικονομική κατάρρευση Αίγυπτου ασκούσε πολύ διαφορετική εξωτερική πολιτική από τον τελευταίο Φαραώ, παίρνουν και πάλι τα ηνία, σε μία χρονική συγκυρία που ξανα-ξεκινούν οι συζητήσεις Ισραήλ-Παλαιστίνης στην Ουάσινγκτον, αλλά και διακυβεύεται η καθολική τους επικράτηση στην περιοχή μέσω της πτώσης της Συρίας. Κάθε λόγο είχαν ΗΠΑ και Ισραήλ να πανηγυρίσουν, ενώ η Ευρώπη σιωπούσε και οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή άλλαζαν ξανά.
