Ξεκάθαρη θέση υπέρ της αυστηρής εφαρμογής των διατάξεων του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα έλαβε ο Άρειος Πάγος με αφορμή την υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ξεκαθαρίζοντας το νομικό τοπίο για τους βαρυποινίτες. Κρίθηκε ότι για την υφ’ όρον απόλυση καταδίκων που εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης απαιτείται πλέον η πραγματική έκτιση 25 ετών, βάζοντας φρένο στις πρόωρες αποφυλακίσεις.
Στο σκεπτικό του, το ανώτατο δικαστήριο επισημαίνει ότι με τον νέο Ποινικό Κώδικα «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού, η περίπτωση της υφ’ όρον απόλυσης καταδικασθέντος, που εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης», καλύπτοντας ένα νομοθετικό κενό που υπήρχε στο προηγούμενο καθεστώς. Μέχρι τότε, η αντιμετώπιση του ζητήματος είχε διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία, η οποία είχε καταλήξει στην άποψη ότι απαιτούνταν πραγματική έκτιση 19 ετών.
Κατά τους δικαστές του Αρείου Πάγου, όμως, η προγενέστερη αυτή νομολογιακή προσέγγιση «δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νομολογία, που διαμορφώθηκε υπό την αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα» και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την εφαρμογή της αρχής του ευμενέστερου νόμου. Όπως υπογραμμίζεται, η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ευμενέστερου ποινικού νόμου «προϋποθέτει τη σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων» και όχι μεταξύ νόμου και νομολογίας που αναπτύχθηκε για την κάλυψη κενού του δικαίου.
Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο Αρειος Πάγος καταλήγει ότι οι διατάξεις του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε καταδίκους για πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019. Αλλωστε, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, «ο εκ του νόμου απαιτούμενος χρόνος πραγματικής έκτισης περισσότερων ποινών ισόβιας κάθειρξης… είναι τα είκοσι πέντε (25) έτη», με αποτέλεσμα για όσους εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης το ελάχιστο απαιτούμενο χρονικό διάστημα πραγματικής παραμονής στη φυλακή για την εξέταση της υφ’ όρον απόλυσής τους να είναι πλέον τα 25 έτη.
Ελλιπής αιτιολογία
Οι αρεοπαγίτες στο σκεπτικό τους κάνουν ειδική αναφορά στην αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, κρίνοντας ότι αυτό «δεν διέλαβε… την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία» και ότι δεν εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την υφ’ όρον απόλυση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.
Ειδικότερα, οι αρεοπαγίτες επισημαίνουν ότι το Συμβούλιο περιορίστηκε στην αναφορά στοιχείων, όπως η τήρηση των όρων των έξι τακτικών αδειών που είχε λάβει ο κρατούμενος, η απόκτηση πτυχίου, μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου στα μαθηματικά από το Πανεπιστήμιο Paris Diderot VII, καθώς και το γεγονός ότι τα πειθαρχικά παραπτώματα του 2002 και του 2015 είχαν παραγραφεί. Ωστόσο, κατά το σκεπτικό του Αρείου Πάγου, τα περιστατικά αυτά «στοιχειοθετούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής, με την έννοια της αληθούς θετικής συμπεριφοράς, που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς».
Μάλιστα, το ανώτατο δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η ακαδημαϊκή πορεία του κρατουμένου καταδεικνύει «την προσήλωσή του στο στόχο του να παραμείνει λειτουργικός κατά τον πολυετή εγκλεισμό του και εν γένει στην ανάπτυξη του πνεύματός του». Υπογραμμίζει, όμως, ότι αυτό «δεν είναι το μοναδικό ζητούμενο» και δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκη την απαιτούμενη ηθική βελτίωση ή ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες είχαν επίδραση στον σωφρονισμό του.
Παράλληλα, ο Άρειος Πάγος θεωρεί ελλιπή την αιτιολογία και ως προς την αξιολόγηση δημοσίων παρεμβάσεων του κρατουμένου. Όπως σημειώνει, δεν παρατίθενται οι συγκεκριμένες φράσεις της επιστολής του στην εφημερίδα «Documento» που φέρεται να αποδεικνύουν ότι υποστήριξε το κράτος δικαίου και τη δίκαιη εφαρμογή των νόμων, ούτε εξηγείται πώς αυτές συνδέονται με τη δική του στάση απέναντι στην έννομη τάξη και τις δικαστικές αποφάσεις. Αντίστοιχα, δεν αιτιολογείται πώς οι απαξιωτικές αναφορές του προς τους πρώην συγκατηγορούμενούς του σε επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος» συνδέονται με τον σωφρονισμό του και όχι με προσωπικές διαφορές.
Μεταμέλεια
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της μεταμέλειας. Σύμφωνα με το σκεπτικό, από κανένα στοιχείο του βουλεύματος δεν προκύπτει ότι έχει επέλθει ο ποινικός σωφρονισμός του καταδίκου, «η ειλικρινής μετάνοιά του για τα εγκλήματα που διέπραξε και η αποκοπή του από το εγκληματικό του παρελθόν», ώστε να παρέχονται οι αναγκαίες εγγυήσεις για την ομαλή κοινωνική του επανένταξη. Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι το ίδιο το βούλευμα δέχεται πως ο καταδικασμένος «ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια», στοιχείο που, κατά τον Άρειο Πάγο, μπορεί να αξιολογηθεί ως ένδειξη μη ολοκληρωμένης ηθικής μεταστροφής.
Τέλος, το ανώτατο δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι δεν συνέτρεχε ούτε η τυπική προϋπόθεση για τη χορήγηση υφ’ όρον απόλυσης, καθώς το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα θεώρησε επαρκή την πραγματική έκτιση 23 ετών.
Αντίθετα, σύμφωνα με την ερμηνεία που υιοθετεί ο Άρειος Πάγος, για καταδικασθέντα που εκτίει 17 ποινές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών «ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος πραγματικής παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα… είναι τα 25 έτη».
Για τους λόγους αυτούς έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση σε νέα δικαστική σύνθεση.
Πηγή: skai.gr
