Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Πολιτισμός

Γιάννης Καλατζόπουλος: «Έμαθα να δίνω τον πρώτο λόγο στον ηθοποιό»

Γιάννης Καλατζόπουλος: «Έμαθα να δίνω τον πρώτο λόγο στον ηθοποιό»
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Συνέντευξη στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ

Μια παράσταση -φόρο τιμής στον Αντόν Τσέχωφ είναι το «Xρόνια πολλά κύριε Τσέχωφ», σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλατζόπουλου, που ανεβάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος από σήμερα στο νέο Υπερώο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Ο σκηνοθέτης, ενάμιση χρόνο μετά τις «Ιστορίες για αρκούδες» (παράσταση του Κλιμάκιου Μακεδονίας Θράκης που αποτελούνταν από τρία μονόπρακτα του Τσέχωφ: «Πρόταση γάμου», «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» και «Η αρκούδα»), ασχολείται με δύο ακόμη έργα του Ρώσου συγγραφέα: το «Κύκνειο Άσμα» και την «Κυρία χωρίς σκυλάκι»( ουσιαστικά πρόκειται για διασκευή του Γκαμπριέλ Αρού βασισμένη στο διήγημα του Αντόν Τσέχωφ «Η κυρία με το σκυλάκι»).

Και κάνει θέατρο «αλά παλαιά». Θέατρο που δίνει τον πρώτο λόγο στον ηθοποιό, όπως εξήγησε σε συνέντευξη που παραχώρησε στον «Τ.Θ.».

-Γιατί επιλέξατε τα δύο συγκεκριμένα έργα του Τσέχωφ;

-Το «Κύκνειο άσμα» είναι μονόπρακτο γραμμένο από τον Τσέχωφ για το θέατρο. «Η κυρία χωρίς σκυλάκι» είναι μια διασκευή του Γκαμπριέλ Αρού για το θέατρο βασισμένη στο διήγημα του Αντόν Τσέχωφ «Η κυρία με το σκυλάκι».

Φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Όμως τα συνδέει ένας ισχυρός άξονας, που είναι νομίζω και ο άξονας της ζωής μας: ο έρωτας και ο θάνατος.

Το πρώτο διαδραματίζεται την τελευταία νύχτα ενός παλαίμαχου ηθοποιού. Έχει γίνει μια παράσταση προς τιμήν του και αφού έχει αδειάσει το θέατρο και έχει μείνει μόνος του αναπολεί το παρελθόν του και το διηγείται στον υποβολέα του θεάτρου, έναν επίσης ηλικιωμένο άνθρωπο, και εκεί σχεδόν πεθαίνει πάνω στη σκηνή.

Το μονόπρακτο αυτό είναι ένας ύμνος στο θέατρο και στον ηθοποιό και αποκαλύπτει στον θεατή άγνωστες πτυχές του πώς αισθάνεται ένας ηθοποιός, πώς ζει τη ζωή του και ότι είναι αναγκασμένος να κάνει υποχωρήσεις καμιά φορά, να παίξει ρόλους που δεν θέλει. Είναι μια εξομολόγηση ενός ηθοποιού που πεθαίνει. Γι’ αυτό και λέγεται «Κύκνειο άσμα» γιατί όπως ο κύκνος που δεν έχει καλή φωνή αλλά πριν αισθανθεί πως πεθάνει τραγουδά, έτσι κι αυτός τη στερνή στιγμή της ζωής του παίζει τους μονολόγους, που δεν έπαιξε ποτέ και που θα ήθελε να παίξει, μόνο για τον υποβολέα που τον ακούει. Και μόλις σβήνουν τα φώτα ο θεατής ξέρει ότι αυτός ο ηθοποιός πεθαίνει.

Το δεύτερο είναι μια δυνατή ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο εντελώς αταίριαστους ανθρώπους που βιώνουν ένα τρελό πάθος, έναν έρωτα έξω από κάθε σύμβαση και λογική. Είναι ένας ύμνος στον έρωτα.

-Στο «Κύκνειο άσμα» μέσα σε αυτόν τον απολογισμό της ζωής υπάρχει ταυτόχρονα και η χαρά και η λύπη;

-Ναι, γιατί ο Τσέχωφ είναι μεγάλος μάστορας του θεάτρου. Αν υπήρχε μόνο η λύπη θα ήταν ένα δακρύβρεχτο μελό. Αλλά ο Τσέχωφ έχει αυτή τη μεγάλη μαεστρία να παρουσιάζει τη ζωή όπως είναι, να έχει ταυτόχρονα και το γέλιο και το δάκρυ. Αυτός ο άνθρωπος αυτοσαρκάζει τον εαυτό του. Το «Κύκνειο άσμα» είναι βαθιά ψυχολογημένο έργο. Ο Τσέχωφ είχε σπουδάσει γιατρός και ήξερε από ιατρική άποψη πως αισθάνεται ένας άνθρωπος που παθαίνει έμφραγμα, όπως παθαίνει ο ήρωας στο μονόπρακτο αυτό πάνω στη σκηνή. Την ίδια στιγμή ήξερε και την ψυχολογία του ηθοποιού. Έχει συνδυάσει λοιπόν μέσα στο έργο αυτό ακριβώς που μου είπατε το κωμικό και το τραγικό στοιχείο που είναι αλληλένδετα στη ζωή, είναι οι δύο όψεις ενός νομίσματος. Αυτός ο άνθρωπος πεθαίνοντας και βλέποντας πράγματα που είναι τραγικά βγάζει σε πολλά σημεία έντονο γέλιο.

-Και στην «Κυρία χωρίς σκυλάκι» αναφέρετε ότι το φινάλε παραμένει ανοιχτό. Δεν δικαιώνεται κάποιος από τους δύο;

-Το φινάλε παραμένει ανοιχτό γιατί ο θεατής μπορεί να φανταστεί όποιο φινάλε θέλει.

-Ο περισσότερος κόσμος ξέρει πιο γνωστά έργα του Τσέχωφ όπως τον «Γλάρο», τον «Θείο Βάνια», τις «Τρεις αδερφές». Τι το ξεχωριστό έχουν αυτά τα δύο μονόπρακτα που θα δούμε στο Νέο Υπερώο;

-Αυτά που αναφέρατε είναι μεγάλης διάρκειας. Το «Κύκνειο άσμα» είναι γραμμένο για δύο ηθοποιούς και έχει μικρή διάρκεια 45 λεπτά περίπου.

Ο Τσέχωφ έχει γράψει και άλλα μονόπρακτα. Ήταν ένας πολυσχιδής συγγραφέας.

Στα μεγάλα του έργα παρουσιάζει μια ανάγλυφη εικόνα της Ρωσικής κοινωνίας πριν το 1917 και την επανάσταση των μπολσεβίκων. Και μας δείχνει με λεπτά χρώματα πως φθείρεται αυτή η τάξη, πως ετοιμάζεται να πεθάνει και να παραχωρήσει τη θέση της σε μια επόμενη γενιά, σε μια κοινωνία που έρχεται. Ήταν ένας οραματιστής και σχεδόν προφήτης θα έλεγα.

Στα μικρά του έργα, στα μονόπρακτα, δεν ασχολείται με τόσο μεγάλα κοινωνικά θέματα. Ζωγραφίζει ατομικές στιγμές, προσωπικές καταστάσεις του ανθρώπου, πράγμα εξίσου χρήσιμο και αναγκαίο στην τέχνη γιατί οι κοινωνίες αποτελούνται από άτομα.

Ο Τσέχωφ λοιπόν έχει αυτή την ικανότητα: να εστιάζει τη ματιά του και στα σύνολα - τα μεγάλα του έργα είναι σαν ψηφιδωτά που κάθε του χαρακτήρας παρουσιάζει πλευρές πανανθρώπινες και συνολικές για την κοινωνία- αλλά και σε πιο εξειδικευμένες περιπτώσεις ανθρώπων -στα μονοπρακτά του όπως πχ στον ηθοποιό, και σε έναν ηλικιωμένο και σε μια νεαρή.

-Στο σκηνοθετικό σημείωμα αναφέρετε ότι δουλέψατε «αλά παλαιά». Δηλαδή;

-Πρόλαβα και δούλεψα με σκηνοθέτες όπως ο Αλέξης Μινωτής, ο Κάρολος Κουν, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Ήταν δάσκαλοί μου. Εργάζονταν με και για τον ηθοποιό. Πίστευαν ότι δεν μπορεί να γίνει θέατρο χωρίς τον ηθοποιό. Ότι η δουλειά του σκηνοθέτη δεν είναι να πάει σπίτι του να φανταστεί μια παράσταση και να κουρδίσει τους ηθοποιούς σαν ρομποτάκια και να τους βάλει να παίξουνε, αλλά να πάρει από τα στοιχεία που οι ίδιοι οι ηθοποιοί καταθέτουν, και αν καταθέτουν, από την ψυχή τους, και έπειτα αν καταφέρει με αυτά τα στοιχεία να φτιάξει μια παράσταση.

Εγώ έτσι έμαθα να δουλεύω και θεωρώ ότι αυτή είναι η πιο καλή μέθοδος στο θέατρο. Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω ή να αμφισβητήσω κάποιον, έχει επικρατήσει μια τελείως διαφορετική μέθοδος: η δικτατορία του σκηνοθέτη που βλέπει τον ηθοποιό σχεδόν σαν αξεσουάρ. Έχω ακούσει σκηνοθέτη να λέει στον ηθοποιό «πήγαινε λίγο πιο κει για να ταιριάζεις με το μπλε φόντο του σκηνικού». Αυτό είναι λίγο ακραίο. Αλλά ο πρωταγωνιστής στο θέατρο τα τελευταία 15 χρόνια είναι ο σκηνοθέτης. Και βλέπουμε σκηνοθέτες που αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι να αναδείξουν το έργο μέσα από τον ηθοποιό, γιατί αυτό είναι το θέατρο κατά τη γνώμη μου, κι αυτό σημαίνει «αλά παλαιά». Ο ηθοποιός ένας διάμεσος που πρέπει να κάνει το σώμα του και την ψυχή του αγωγό για να επικοινωνήσει το πνεύμα του συγγραφέα με το πνεύμα των θεατών. Αυτό για να γίνει χρειάζεται ο ηθοποιός να είναι το κέντρο της παράστασης και ο σκηνοθέτης να βοηθήσει να βγουν αυτά τα στοιχεία της προσωπικότητας του κάθε ηθοποιού. Σήμερα βλέπουμε ακριβώς το αντίθετο: έχουμε σκηνοθέτες που λένε «Δεν με νοιάζει ποιο έργο θα κάνω. Όποιο κι αν είναι εγώ θα πω αυτά που θέλω να πω. Θα παρουσιάσω τη δική μου άποψη για τα πράγματα, για τη ζωή».

Θεμιτό είναι κι αυτό. Εγώ όμως έμαθα να δουλεύω με τον παλιό τρόπο που δίνει τον πρώτο λόγο στον ηθοποιό και όχι στον σκηνοθέτη.

Ο σκηνοθέτης οφείλει να βοηθάει τον ηθοποιό και να συντονίζει όλους τους συντελεστές ώστε να ακουστεί ο λόγος του συγγραφέα. Η άλλη άποψη λέει ότι ως ένας μάγειρας παίρνουμε λίγο συγγραφέα, λίγο ηθοποιό, λίγο σκηνογράφο, πολλά φώτα και πολλά εφέ και βγάζουμε τη δική μας συνταγή. Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει αυτό. Και νομίζω ότι δεν πρέπει να ενδιαφέρει και τον θεατή. Αν είναι αγνός και αυθόρμητος, και δεν είναι επηρεασμένος από αυτά που έχουν γράψει τα περιοδικά και οι κριτικοί, οι διάφοροι μυαλοπώληδες που μεσολαβούν, δεν τον ενδιαφέρει.

Εμείς προσπαθήσαμε να αποφύγουμε αυτές τις δύο συμπληγάδες που τυραννάνε το θέατρό μας τα τελευταία χρόνια: από τη μια μεριά εύπεπτο, τηλεοπτικού τύπου θέατρο, για να καγχάζει ο θεατής ή να εκτονώνεται, και που είναι η προέκταση του σκυλάδικου, του γηπέδου και από την άλλη ένα δήθεν ποιοτικό θέατρο, που υποτιμάει τον θεατή και τον σνομπάρει και του λέει ότι δεν είναι ικανός να καταλάβει υψηλά νοήματα.

Το αληθινό θέατρο κατά τη γνώμη μου είναι ανάμεσα. Αυτό έχει ανάγκη ο κόσμος και εμείς οφείλουμε να του το δώσουμε.

-«Η κυρία χωρίς σκυλάκι» -Θεατρική διασκευή του Γκαμπριέλ Αρού βασισμένη στο διήγημα του Αντόν Τσέχωφ «Η κυρία με το σκυλάκι». Απόδοση: Γιάννης Καλατζόπουλος. Διανομή (με σειρά εμφάνισης): Τάσος Πανταζής (Δημήτρης), Λουκία Βασιλείου (Άννα).

-«Το κύκνειο άσμα» -Δραματική σπουδή σε μία πράξη του Αντόν Τσέχωφ, Μετάφραση: Γιώργος Θέμελης. Διανομή (με σειρά εμφάνισης): Τάσος Πανταζής (Βασίλι Βασίλιεβιτς Σφετλοβίντωφ), Λευτέρης Λιθαρής (Νικήτα Ιβάνοβιτς ).

Σκηνοθεσία, Μουσική επιμέλεια-φωτισμοί: Γιάννης Καλατζόπουλος, Σκηνικά-κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ, Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος

Πρεμιέρα: Σάββατο 6/04/2013 στις 21.00. Παραστάσεις: Τετάρτη & Κυριακή 19.00, Πέμπτη, Παρασκευή 21.00, Σάββατο 18.00 & 21.00.

Τιμές Εισιτηρίων

Γενική είσοδος: 10 ευρώ, Φοιτητικό/Ομαδικό/Άτομα άνω των 65: 8 ευρώ, Κάρτα Ανεργίας: 5 ευρώ.

Προπώληση: Ταμεία ΚΘΒΕ, Kαταστήματα Public Θεσσαλονίκης, www.public.gr,

Τηλ: 13855 viva.gr.

Τηλ. κρατήσεων: 2315 200200

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Πολιτισμός

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Επιστολή σε εφημερίδα με απειλές κατά Αναστασιάδη και Δημητριάδη

Κρίσιμης σημασίας η συνάντηση του Αντ. Σαμαρά με τους δανειστές