*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"
Τα παιχνίδια στους κήπους, στους χωματόδρομους και στις αλάνες, τα θερινά σινεμά, τα Κυριακάτικα τραπέζια, την παραλιακή, τα μπάνια στη θάλασσα, το πανηγύρι της ΔΕΘ με τα πυροτεχνήματα, την καθημερινή ζωή στην Θεσσαλονίκη του ’50 και του ’60 αποτυπώνει η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Όταν και οι λακκούβες ήταν χαρά» (Ενθυμήσεις Θεσσαλονίκης)» (εκδ. Κέδρος) που θα παρουσιαστεί την ερχόμενη Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026 στις 19:00 στον ΙΑΝΟ της Θεσσαλονίκης (Αριστοτέλους 7).
Η συγγραφέας που το 2001 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιπεκτσί (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) για το μυθιστόρημά της Σαν το μετάξι (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996), γεννήθηκε στην πόλη το 1945. Μέσα από τις σελίδες του νέου της βιβλίου θυμάται τα παιδικά και νεανικά της χρόνια και χαρίζει ένα έργο που θα αγαπηθεί.
«Μέλημά μου δηλαδή ήταν να παραδώσω στους αναγνώστες μια μαρτυρία για τις δεκαετίες 1950 και 1960 της Θεσσαλονίκης μας. Προς τέρψη των παλαιότερων και γνώση των νεότερων», ανέφερε η ίδια.
Και συμπλήρωσε πως μέσα από την διαδικασία της συγγραφής αυτό του μυθιστορήματος: «ξαναέζησα όλα εκείνα τα μακρινά χρόνια καθώς εικόνες, ήχοι, λέξεις, ομιλίες, μουσικές αναβλύζανε από τη μνήμη μου ακατάπαυστα ωσάν να είχε ανοίξει ένας κρουνός. Και μιλάμε για πράγματα λησμονημένα εδώ και τουλάχιστον εξήντα τόσα χρόνια».
-Το νέο σας μυθιστόρημα είναι ένας φόρος τιμής στην παλιά Θεσσαλονίκη. Τι σας λείπει περισσότερο από εκείνα τα χρόνια;
- Μου λείπει η ατμόσφαιρα της παλιάς γειτονιάς. Η κοινωνικότητά της, το αίσθημα ελευθερίας, η δημιουργικότητα και οι εκπλήξεις τής κάθε μέρας, όπου από το τίποτα μπορούσε να προκύψει ένα παιχνίδι. Όπως λόγου χάρη από το νερό της βροχής στις λακκούβες του χωματόδρομου.
Εξού και ο τίτλος του βιβλίου.
Πολύ μου λείπει και η γειτνίαση με τη θάλασσα. Μεγάλωσα δίπλα της, εκεί όπου σήμερα ίσταται το Μέγαρο Μουσικής. Από τη βεράντα μας αγνάντευα κάθε μέρα τον Θερμαϊκό και το βουνό των θεών, με το χιόνι στις κορφές του να λάμπει μες στο καλοκαίρι. Εικόνες ανεξίτηλες, που τις φέρω μέσα μου δια βίου και νιώθω πολύ τυχερή γι’ αυτό.
-Πολλά στοιχεία της καθημερινότητας εκείνης της εποχής έχουν αλλάξει. Τι κρατάτε από τότε; Ήταν πιο αθώα και ανέμελα χρόνια;
- Από τα ανεκτίμητα παιδικά μου χρόνια κράτησα ό,τι πολυτιμότερο : κράτησα φιλίες. Κατά τα λοιπά, χρόνια στρωμένα με ροδοπέταλα δεν υπάρχουν. Η αθωότητα και η ανεμελιά είναι γνώρισμα των παιδιών, όχι της εποχής. Άκουγα μια ηλικιωμένη σεφαραδίτισσα, που, όταν ήταν έξι χρονών, βρέθηκε αιχμάλωτη μαζί με τη μητέρα της στο ναζιστικό στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλσεν. Εκεί έπαιζε -ναι, έπαιζε- μ’ ένα συναιχμάλωτο αγοράκι. Και ξέρετε με τι έπαιζαν; Με τα ποντίκια! Αυτό ακριβώς θα πει παιδιά. Είναι χώρος ελευθερίας το παιχνίδι.
-Για να μεταφέρετε αυτές τις μνήμες στον αναγνώστη κάνατε την δική σας αναδρομή στο παρελθόν. Πώς ήταν αυτό το ταξίδι; Πώς λειτουργεί η μνήμη; Λειαίνει τις γωνίες;
-Ήταν ένα από τα πιο απολαυστικά ταξίδια, γιατί ξαναέζησα όλα εκείνα τα μακρινά χρόνια καθώς εικόνες, ήχοι, λέξεις, ομιλίες, μουσικές αναβλύζανε από τη μνήμη μου ακατάπαυστα ωσάν να είχε ανοίξει ένας κρουνός. Και μιλάμε για πράγματα λησμονημένα εδώ και τουλάχιστον εξήντα τόσα χρόνια. Για να καταλάβετε πόσο με διακατείχαν αυτές οι μνήμες, ενώ είχα παραδώσει το χειρόγραφο στον εκδότη, έστελνα κάθε τόσο προσθήκες. Με διασκέδασε επίσης η αναζήτηση φωτογραφιών, που πλαισιώνουν την αφήγηση. Όσο για τη λειτουργία της μνήμης γενικώς, όντως λειαίνει τις γωνίες, γιατί αυτό επιτάσσει η επιβίωση. Η γνώση μάς κάνει πιο ελεύθερους. Η άγνοια πιο ευτυχείς. Διαλέγετε και παίρνετε.
-Τι θέλετε να μεταφέρετε στον αναγνώστη;
- Πριν από τη συγγραφή του βιβλίου, καθώς οι αναμνήσεις με κατακλύζανε, ήχησε κάποια στιγμή μέσα μου συναγερμός. Επρόκειτο για τη συνειδητοποίηση ότι όλες αυτές οι εικόνες δεν υπάρχουν παρά μόνο στη μνήμη μου κι ότι, όπου να ΄ναι, μαζί με μένα θα χαθούν κι αυτές. Ένιωσα λοιπόν την υποχρέωση να τις διασώσω δια της γραφής με το σκεπτικό ότι δεν αφορούν μόνον εμένα. Έτσι προέκυψε αυτό το βιβλίο. Μέλημά μου δηλαδή ήταν να παραδώσω στους αναγνώστες μια μαρτυρία για τις δεκαετίες 1950 και 1960 της Θεσσαλονίκης μας. Προς τέρψη των παλαιότερων και γνώση των νεότερων.
-Σήμερα η εικόνα της πόλης έχει αλλάξει. Πώς την βλέπετε;
-Το κέντρο της πόλης έχει αναμφίβολα ομορφύνει. Η παραλία της, μαζί με τον πολύχρωμο κόσμο που ελκύει, είναι τουλάχιστον υπέροχη και είθε να προεκταθεί. Η Άνω Πόλη και πολλά άλλα κομμάτια έχουν αναδειχθεί επιτυχέστατα. Το μετρό και οι αρχαιότητες έδεσαν εντυπωσιακά. Μικρές ανάσες πρασίνου πασχίζουν εδώ κι εκεί να διακόψουν την κακάσχημη συνεχή δόμηση, που άρχισε τη δεκαετία του 60 και δημιούργησε δρόμους-πηγάδια. Εννοείται, βέβαια, πως είναι αδύνατον να επιστρέψουμε στην εποχή των κήπων, όπου ευτύχησα να περάσω τα παιδικά μου χρόνια. Ας ευχηθούμε να υπάρξει ένας νέος ΓΟΚ, ο οποίος θα επιβάλει λιγότερη ποσότητα και περισσότερη ποιότητα.
-Τι σας οδηγεί να ξεκινήσετε μια νέα ιστορία, να γράψετε ένα νέο βιβλίο; Από τι εμπνέεστε;
-Η δημιουργία ακολουθεί δρόμους υπόγειους και δαιδαλώδεις, που μπορεί να διαρκέσουν χρόνια, ώσπου να φτάσουν στο σημείο της υλοποίησης. Κατά κανόνα γράφω, για να δώσω κάποια απάντηση σε ερωτήματα που με απασχολούν βαθιά. Για να κατανοήσω τον εαυτό μου και τον κόσμο που με περιβάλλει. Όταν βρίσκομαι σε αυτήν τη διεργασία εμπνέομαι από οτιδήποτε σχετικό : από ένα κοινωνικό γεγονός, ένα πολιτικό συμβάν, μια ερωτική ιστορία, ένα ψυχολογικό τραύμα, ένα άτομο που θα μπορούσα μέσω αυτού του χαρακτήρα να εκφραστώ, από μια πινακίδα στην άκρη του δρόμου, απ’ τις σταγόνες του νερού που λαμπυρίζουν στα γυμνά κλαδιά μετά τη βροχή.
-Τι διαβάζετε αυτό το διάστημα;
-Ξαναδιαβάζω τα γραπτά ενός από τους «πέντε καλούς αυτοκράτορες» της Ρώμης, γραμμένα στα αρχαία ελληνικά, Τα Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου, και απολαμβάνω τη σοφία του. «Καταρχάς μην ταράζεσαι, γιατί τα πάντα γίνονται σύμφωνα με τη φύση των όλων. Δεν θα περάσει πολύς καιρός που κι εσύ θα γίνεις ένας κανένας πουθενά». «Ας διερχόμαστε τούτο το σύντομο διάστημα του χρόνου καταπώς απαιτεί η φύση, και να περατώνουμε το ταξίδι πράοι, όπως η ελιά που πέφτει απ’ το δέντρο όταν ωριμάσει, ευλογώντας τη φύση που τη δημιούργησε και ευχαριστώντας το δέντρο που τη φιλοξένησε». «Μην αφήσεις τον εαυτό σου να γίνει τύραννος ούτε και σκλάβος κανενός ανθρώπου».
Χρήσιμα
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
-Νένη Αθανασιάδου, αρχιτέκτων-αναστηλώτρια
-Βικτωρία Καπλάνη, ποιήτρια-φιλόλογος
και η δημιουργός.
Αποσπάσματα θα αναγνώσουν :
-Μαργαρίτα Καλαφάτη, υπεύθυνη ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης
-Σοφία Παλαντζιάν, ξεναγός.
