Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Η Θεσσαλονίκη μέσα από τα μάτια 7 νέων εργαζομένων

Επτά νέοι/ες που κατοικούν και εργάζονται στη Θεσσαλονίκη, μιλούν για τους χαμηλούς μισθούς, τα ακριβά ενοίκια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης

Της Σταυρούλας Χατζή

Θεσσαλονίκη, η πόλη που έχει τη φήμη της ιδανικής φοιτητούπολης. Ωστόσο, στον αντίποδα της ωραιοποιημένης εκδοχής της δεύτερης πολυπληθέστερης πόλης της Ελλάδας, βρίσκεται το πραγματικό βιοτικό επίπεδο και κόστος ζωής που καλούνται να αντικρίσουν όλοι αυτοί οι φοιτητές μόλις βγουν στην αγορά εργασίας.

Με σκοπό λοιπόν να αναδειχθούν οι παραπάνω συνθήκες, επτά νέοι/ες που έχουν αποφοιτήσει και πλέον εργάζονται, μιλούν στον Τύπο Θεσσαλονίκης για τον τομέα εργασίας τους, τους χαμηλούς μισθούς, τα ακριβά ενοίκια και τις ευρύτερες δυσκολίες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι στην προσπάθειά τους να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της καθημερινότητάς.

Ζώντας με 700 ευρώ το μήνα

Ο πιο βασικός παράγοντας που δυσχεραίνει την ατομική διαβίωση είναι η επισφάλεια που επικρατεί στον εργασιακό τομέα, ιδιαίτερα όσον αφορά την ηλικιακή ομάδα 24-35 ετών. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η 27χρονη  Χ., η οποία εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο στο κέντρο της πόλης και ο μισθό της ανέρχεται στα 700 ευρώ μηνιαίως χωρίς σύμβαση, καθώς ασκώντας το επάγγελμα της δικηγόρου θεωρείται αυτοαπασχολούμενη.

«Η πλειονότητα των δικηγορικών γραφείων λειτουργεί με εξωτερικούς συνεργάτες παρόλο που πρακτικά δουλεύεις γι’ αυτούς. Τώρα που θα κάνω έναρξη στην εφορία συμφωνήσαμε με το δικό μου γραφείο να μου πληρώνει την εισφορά που είναι 200 ευρώ, οπότε ο μισθός μου θα ανέρχεται στα 900 ευρώ μεικτά που καθαρά είναι πάλι 700». ‘Όπως επισημαίνει, «Είναι λίγο τραγικό αλλά σε πολλά γραφεία βάζουν τους δικηγόρους να πληρώνουν την εισφορά των 200 ευρώ από την τσέπη τους, δίχως να τους κάνουν αύξηση, με αποτέλεσμα να μειώνεται το εισόδημα τους όταν κάνουν έναρξη».

Έτσι, με τα δεδομένα στον εργασιακό τομέα να έχουν μεταβληθεί ριζικά σε σύγκριση με παλαιότερες γενιές τόσο από θέμα μονιμότητας όσο και από θέμα εισοδημάτων, δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν να συνεχίσουν τις σπουδές παράλληλα με την εργασία τους προκειμένου να ενισχύσουν την κατάρτισή τους. Ο Λ., 27 ετών, μετά το πέρα της 5ετούς φοίτησης του στην Κτηνιατρική Σχολή του ΑΠΘ, αποφάσισε να συνεχίσει την εκπαίδευσή του ως μεταπτυχιακός φοιτητής στην Ιατρική Σχολή, ενώ συγχρόνως εργάζεται ως εξωτερικός συνεργάτης σε διάφορα κτηνιατρεία παρακολουθώντας τα οφθαλμολογικά περιστατικά.

«Η αμοιβή μου είναι περίπου στα 30-40 ευρώ το περιστατικό. Σίγουρα δεν μπορεί κάποιος να ζήσει τόσο άνετα κάνοντας μόνο αυτό γιατί δεν έχει σίγουρη δουλειά» αναφέρει, ενώ ο ίδιος εξακολουθεί να λαμβάνει οικονομική στήριξη από την οικογένειά του μέχρι να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του. «Προσωπικά, επειδή έχω επιλέξει να κάνω ειδίκευση δεν έχω πάει να δουλέψω ως μισθωτός, δηλαδή να κάνω βάρδιες και νυχτερινά όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί μου. Γι’ αυτούς, μια βάρδια αμείβεται με 40 ευρώ κατά μέσο όρο, για έναν κτηνίατρο δηλαδή που έχει το πτυχίο και απλά πάει να δουλέψει». Οι περισσότεροι μάλιστα, όπως επισημαίνει, εργάζονται σε κλινικές ως ελεύθεροι επαγγελματίες χωρίς σύμβαση εργασίας. «Ανάλογα με το πόσες βάρδιες θα κάνουν μέσα στον μήνα, το εισόδημα της υπολογίζεται περίπου στα 700 - 800 ευρώ».

Κάνοντας δύο δουλειές ταυτότρονα

Επιπλέον, δεν είναι λίγοι οι νέοι εργαζόμενοι οι οποίοι προκειμένου να ανταπεξέλθουν οικονομικά αλλά και να αποταμιεύσουν χρήματα, αναγκάζονται να κάνουν παραπάνω από μια δουλειές. Η 29χρονη Η. έχει σπουδάσει μηχανικός περιβάλλοντος αλλά επαγγελματικά ασχολείται με τον χορό. Πλέον, εργάζεται σε ένα studio yoga-pilates στην Καλαμαριά και σε έναν σύλλογο ρυθμικής γυμναστικής στο Καλοχώρι, διδάσκοντας μπαλέτο και σύγχρονο χορό σε παιδιά. Έχοντας δύο συμβάσεις μερικής απασχόλησης λαμβάνει τον βασικό μισθό ενώ στην μία δουλεία, της δίνουν κάποια έξτρα χρήματα στο χέρι. Όπως παραδέχεται, αδυνατεί να καλύψει τόσο τα πάγια όσο και τα προσωπικά μηνιαία της έξοδα αποκλειστικά από το τωρινό της εισόδημα, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί αποταμιεύσεις από προηγούμενες δουλείες. «Το καλοκαίρι δούλευα σεζόν ενώ πριν λίγες εβδομάδες δούλευα παράλληλα σε τηλεφωνικό κέντρο τα πρωινά. Έχω επομένως κάποια μαζεμένα λεφτά στην άκρη και από κει καλύπτω κάποια έξοδα».

Παρομοίως, και η Χ. αναφέρει πως «Τα λεφτά από το δικηγορικό γραφείο μου αρκούν για βγάλω τον μήνα αλλά για να αποταμιεύσω θα πρέπει να προσέχω αρκετά ή να βρω κάποια έξτρα δουλειά. Πέρυσι έκανα φοιτητικές εργασίες προκειμένου να συμπληρώσω το εισόδημα μου, αλλά τώρα έχω σταματήσει καθώς πρέπει να βρω χρόνο να τελειώσω την διπλωματική μου».

«Έδινα ενοίκιο 300 ευρώ επί πάρα πολλά χρόνια, ξαφνικά η ιδιοκτήτρια μου το αύξησε στα 350»

Πέρα από τα εργασιακά η συσσωρευτική αύξηση των ενοικίων που καταγράφεται την τελευταία πενταετία δυσχεραίνει την ατομική διαβίωση για έναν μέσο εργαζόμενο και δη νέο που κατά κανόνα αμείβεται με χαμηλό μισθό ή μέσο μισθό.

Η Χ. κατορθώνει να μένει μόνη της στο κέντρο της πόλης διατηρώντας το ίδιο σπίτι από τότε που ήταν φοιτήτρια. «Μου έχει κάτσει καλό σπίτι και δεν θέλω με τίποτα να φύγω. Είναι μεγάλο γύρω στα 55τ.μ., επιπλωμένο και σε κεντρική τοποθεσία, οπότε με έχει βολέψει πάρα πολύ. Έδινα ενοίκιο 300 ευρώ επί πάρα πολλά χρόνια, τώρα η ιδιοκτήτρια μου το αύξησε στα 350».

Δεν είναι λίγοι όμως, αυτοί που επιλέγουν την συγκατοίκηση ως εναλλακτική στην ατομική διαβίωση. Η Η. μένει με μια φίλη της σε ένα διαμέρισμα 70 τ.μ. κοντά στο Θεαγένειο ώστε να μπορεί να μοιράζεται το ποσό του ενοίκιού που ανέρχεται στα 380 ευρώ. Το ίδιο και η Κ., ετών 26, η οποία εργάζεται ως ζαχαροπλάστης και συγκατοικεί με τον σύντροφο της εδώ και 1,5 χρόνο σε ένα δυάρι 50 τ.μ., στη Νεάπολη. Το ενοίκιο που διαθέτει από κοινού με τον σύντροφο της είναι στα 300 ευρώ ενώ παράλληλα λαμβάνουν επίδομα στέγασης και θέρμανσης. Όπως υποστηρίζει η ίδια, μπορεί να σταθεί οικονομικά μονό και μόνο επειδή μοιράζεται κόστος διαβίωσης με τον σύντροφο της. «Αν έμενα μόνη μου δεν θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα. Για ένα ζευγάρι βγαίνει πιο εύκολα οικονομικά αλλά με στερήσεις. Δεν μπορώ να σου πω ότι τρώμε συχνά έξω ή ότι πάμε ταξίδια».

«Εγκλωβισμένοι» στο πατρικό

Παρότι θέμα ταμπού για πολλούς, η οικονομική στενότητα καθιστά αρκετούς νέους «δέσμιους» στην οικογενειακή εστία αναστέλλοντας την ανεξαρτητοποίηση τους μετά το πέρας των σπουδών τους. Η Δ., 29 ετών, παιδαγωγός – φιλόλογος, εξακολουθεί να μένει μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό της. Παρόλο που η ίδια εργάζεται σε κέντρο δημιουργικής απασχόλησης και παράλληλα κάνει babysitting για να συμπληρώσει το εισόδημα της, αδυνατεί να αυτονομηθεί πλήρως οικονομικά και να ζήσει μόνη της.  «Τα μηναία έσοδα, αν όλα πάνε καλά και δεν υπάρξουν ακυρώσεις, είναι περίπου 650 ευρώ. Αυτό το ποσό, προφανώς, δεν μου δίνει την δυνατότητα να νοικιάσω μόνη μου κάποιο διαμέρισμα στο κέντρο».

Παρομοίως και ο Κ., ετών 30, καθηγητής φυσικής που ναι μεν ζει μόνος του στους Αμπελόκηπους, αλλά το διαμέρισμα ανήκει στους γονείς του που κατοικούν στον από πάνω όροφο. Μένοντας επομένως σε ιδιόκτητη κατοικία, ο ίδιος ανταπεξέρχεται στα μηνιαία του έξοδα καθώς δεν επιβαρύνεται με το ποσό του ενοικίου.

«Πρέπει να θυσιάζεις πάντα κάτι βασικό»

Τέλος, στην εργασιακή επισφάλεια και τα υπέρογκα ενοίκια προστίθενται και οι πληθωριστικές τάσεις στις τιμές των βασικών ειδών. Στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν πως οι τιμές βασικών τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης όπως ρεύμα, καύσιμα και τηλεπικοινωνίες είναι αυξημένα στην Ελλάδα σε σύγκριση με αυτές που υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Ισπανία γεγονός εξαιρετικά παράδοξο αν λάβουμε υπόψη τη διαφορά της αγοραστικής δύναμης και των εισοδημάτων.

Η 30χρονη Κ. εργάζεται ως τοπογράφος μηχανικός σε μια πολυεθνική εταιρεία που δραστηριοποιείται στους τομείς της κατασκευής και των ενεργειών και λαμβάνει μηνιαίως 1000 ευρώ. Παρόλο που ο μισθός της είναι αρκετά πάνω από τον βασικό, η ίδια δεν αισθάνεται πλήρως ικανοποιημένη. «Τα πάγια έξοδα του μήνα όπως ενοίκιο, ρεύμα, κοινόχρηστα και ίντερνετ στο σύνολό τους βγαίνουν περίπου 600 ευρώ. Σου απομένουν πρακτικά 400 ευρώ για να βγάλεις τον μήνα σου. Αυτό το ποσό επαρκεί για κάποια προσωπικά έξοδα όπως το σούπερ μάρκετ. Δεν είναι αρκετά όμως για να κάνεις έξτρα δραστηριότητες ή έξτρα αγορές για σένα ή το σπίτι, να πας ένα ταξίδι ή να αντιμετωπίσεις κάποιο ιατρικό θέμα. Πρέπει να θυσιάζεις πάντα κάτι βασικό ή να αποταμιεύεις ελάχιστα χρήματα κάθε μήνα μέχρι να το καταφέρεις».

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Σάνεν Ντόχερτι: Η τελευταία επιθυμία για την κηδεία - «Θέλω να είναι γιορτή αγάπης»
H αγαπημένη ηθοποιός έχασε τη μάχη, περιτριγυρισμένη από την οικογένεια και τους φίλους της, καθώς και από τον αγαπημένο της σκύλο
Σάνεν Ντόχερτι: Η τελευταία επιθυμία για την κηδεία - «Θέλω να είναι γιορτή αγάπης»