Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Πολλές φορές από αυτήν εδώ τη στήλη έχουμε ασκήσει κριτική στους πολιτικούς ηγέτες και παράγοντες της χώρας μας και διεθνώς. Το αντικείμενο αυτής σε μεγάλο βαθμό έχει, να κάνει με το επίπεδό τους και το ύφος και τον τρόπο, με τον οποίο εκφράζουν τις απόψεις και υποστηρίζουν την ιδεολογία τους, αν φυσικά έχουν.
Καλό θα ήταν όμως εδώ, να ρίξουμε μια ματιά και στο κοινό, στο οποίο όλοι αυτοί απευθύνονται. Σε εμάς τους ίδιους, δηλαδή. Μοιραία θα πρέπει κανείς, να το κάνει αυτό, αφού αυτό αποτελεί τη λίμνη, όπου οι πολιτικοί ψαρεύουν.
Τις τελευταίες μέρες παρακολουθώ με έκπληξη -εγώ τουλάχιστον, δεν ξέρω για εσάς- ορισμένους συμπολίτες μας στο σύνολο της χώρας, να σπεύδουν, να βγάλουν διαβατήρια, ώστε, να μη χρειαστεί, να εκδώσουν καινούριες ταυτότητες, για να ταξιδεύουν. Τους λόγους που τους οδηγούν σε αυτήν την επιλογή δε θα ήθελα, να τους σχολιάσω και φαντάζομαι, ότι τους ξέρετε όλοι. Θα πρέπει βέβαια, να θυμηθούμε, ότι οι επιφυλάξεις που σχετίζονται με τις νέες ταυτότητες, είχαν εγερθεί και όλες τις φορές που ανανεώθηκε και εκσυγχρονίστηκε το διαβατήριο, μέχρι να φτάσει στη μορφή που έχει σήμερα.
Το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει περάσει και άλλες περιπέτειες. Οι μεγαλύτεροι από εμάς δε γίνεται, να έχουν ξεχάσει, ότι έγιναν μέχρι και συλλαλητήρια και μαζεύονταν υπογραφές για διεξαγωγή δημοψηφίσματος, προκειμένου, να διασφαλιστεί, ότι θα αναγράφεται στην ταυτότητα το θρήσκευμα. Η συζήτηση την εποχή εκείνη ήταν σουρεαλιστική, καθώς το αντικείμενό της περιστρεφόταν γύρω από ζητήματα συνείδησης και ξέφυγε από το προφανές, ότι δηλαδή το θρήσκευμα ουδεμία σχέση έχει με το δελτίο ταυτότητας. Οι υπερθεματιστές της άποψης, ότι αυτό θα το κρίνει ο λαός -μεταξύ των οποίων, για να μην ξεχνιόμαστε ήταν και η ηγεσία της παράταξης που σήμερα διακηρύσσει ότι εκφράζει την κανονικότητα-, δε διέφεραν πολύ από εκείνους που σήμερα δημιουργούν ουρές για την έκδοση διαβατηρίου.
Ήταν άλλωστε οι ίδιοι που, όταν επιβλήθηκαν οι νέες ταυτότητες, έσπευσαν, να εκδώσουν τις παλαιότερες, εναντίον των οποίων διαδήλωναν στα τέλη της δεκαετίας του 1990, διότι είχε αφαιρεθεί η αναγραφή του θρησκεύματος.
Οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας πάνω κάτω, ομοίως θα θυμούνται το σάλο που είχε δημιουργηθεί με το περίφημο bar code που είναι απαραίτητο, για να «χτυπηθούν» όλα τα προϊόντα στο ταμείο κάθε εμπορικού καταστήματος. Θυμάμαι πάλι εκείνη την εποχή, ότι ορισμένοι αρνούνταν, να αγοράσουν προϊόντα που έφεραν το συγκεκριμένο αλγόριθμο, πράγμα το οποίο δε γινόταν. Σε μία τέτοια συζήτηση λοιπόν, είχα ακούσει την εύλογη απορία κάποιου «μα καλά, δεν πλένεστε; Σαπούνια δεν αγοράζετε;». Η απάντηση που έλαβε ήταν, ότι «αυτά που αγοράζουμε εμείς, δεν έχουν αλγόριθμο». Περιττό, να πούμε, ότι δεν υπήρχε κανένα τέτοιο προϊόν και άρα η συζήτηση και μόνο ήταν σουρεαλιστική.
Όπως επίσης περιττό είναι, να πούμε, ότι με το πέρας των ετών το πρόβλημα αυτό ξεχάστηκε και προφανώς κανέναν δεν απασχολεί πλέον.
Απασχολεί όμως το ότι στις νέες ταυτότητες υπάρχει χάραγμα και διαχέονται πληροφορίες βιομετρικού χαρακτήρα και ακόμα και προσωπικά δεδομένα. Και αναρωτιέται κανείς: ρε παιδιά, τα ίδια δε λέγατε και πριν από μερικά χρόνια για την τεχνολογία των διαβατηρίων, για τα οποία τώρα σχηματίζετε ουρές;
Ή δε χρησιμοποιούν όλοι αυτοί οι αρνητές της νέας ταυτότητας κινητά ή υπολογιστές; Κρίνοντας από την αδιάλειπτη και επίμονη παρουσία τους στα κοινωνικά δίκτυα, φρονώ πως αποκλείεται. Ας μην πούμε λοιπόν εδώ, τί επιπτώσεις έχει στα προσωπικά δεδομένα η χρήση τους.
Αυτού του είδους οι αντιλήψεις, οι οποίες δεν έχουν τη μονοθεματική διάσταση που αναφέρουμε σήμερα εδώ με αφορμή την επικαιρότητα, τυγχάνουν εκμετάλλευσης από διάφορους ιδεολογικούς ταγούς, οι οποίοι σπεύδουν, να τις ασπαστούν και να τις διακηρύξουν. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αν τις πιστεύουν. Φτάνει το ότι έχουν έτοιμους υποστηρικτές και πρόθυμο ακροατήριο.
Θα πει βέβαια κάποιος, ότι σε μία ανοιχτή και ελεύθερη κοινωνία όλοι μπορούν, να έχουν τις απόψεις τους, οπότε πού είναι το πρόβλημα;
Καταρχάς λοιπόν, ναι, όλοι έχουν δικαίωμα στην άποψη και οφείλουμε αυτό να το διαφυλάττουμε. Το να ασκούμε όμως κριτική σε και να διαφωνούμε με αυτή, δεν περιορίζει το δικαίωμα αυτό.
Εμένα λοιπόν οι αντιλήψεις αυτού του τύπου που ασπάζονται διάφορες θεωρίες συνομωσίας και δεν έχουν την παραμικρή θέση στη σύγχρονη εποχή, πολύ με προβληματίζουν. Για τον απλούστατο λόγο, ότι δημιουργούν μια ομάδα που καθίσταται εύκολος στόχος για όσους θέλουν να τεθούν επικεφαλής τους. Καλλιεργούν το έδαφος λοιπόν για την πολιτική μπουρδολογία και βάζουν τη βάσανο της πειθούς και της επιχειρηματολογίας επιπέδου σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Και μοιραία παρασέρνουν -το διαπιστώνουμε άλλωστε αυτό σε καθημερινή βάση- όλον το διάλογο σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο.
Μεγάλη και μοιραία η κρίση της ταυτότητας λοιπόν…
Ενημερωτικά σας αναφέρω, ότι την επόμενη βδομάδα και λόγω ονομαστικής γιορτής η στήλη θα πάρει άδεια.
Καλές διακοπές και καλή ξεκούραση, λοιπόν.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis(www.anplegal.gr).