Γράφει ο Παναγιώτης Κοκκόρης,
Υποδιοικητής e-ΕΦΚΑ
Πρ. Γ. Γραμματέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων
Κάθε οικονομική πολιτική κρίνεται τελικά από ένα πράγμα: τι αλλάζει στη ζωή των ανθρώπων. Όχι μόνο από το ύψος του ΑΕΠ, τα πλεονάσματα ή την πορεία του χρέους, αλλά από το αν αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα, αν η οικογένεια αποκτά ορατότητα στο μέλλον, αν ο νέος βρίσκει λόγο να μείνει και να δημιουργήσει στην Ελλάδα, αν ο συνταξιούχος αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια, αν η εργασία ανταμείβεται με όρους αξιοπρέπειας.
Εκεί βρίσκεται η ουσία της Ελλάδας του 2030.
Η ανάπτυξη δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσο κοινωνικής προόδου.
Μια οικονομία με ΑΕΠ άνω των 310 δισ. ευρώ έως το 2030, μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης στα 1.800 ευρώ και επενδύσεις στο 20% του ΑΕΠ αποκτά διαφορετική δυναμική. Δεν μιλάμε απλώς για αριθμητικούς στόχους. Μιλάμε για παραγωγική ισχύ, περισσότερη απασχόληση, υψηλότερη ανταγωνιστικότητα και, τελικά, μεγαλύτερη δυνατότητα κοινωνικής ανταπόδοσης.
Το ίδιο ισχύει για τη δημοσιονομική εξυγίανση. Η προβλεπόμενη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους κάτω από το 120% του ΑΕΠ το 2029 και κάτω από το 110% το 2031 δεν αποτελεί απλώς δημοσιονομικό επίτευγμα. Είναι η θωράκιση της χώρας απέναντι στις κρίσεις και η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου για την κοινωνία.
Έχοντας ζήσει από κοντά τη σκληρή περίοδο των μνημονίων, γνωρίζω ότι η δημοσιονομική σταθερότητα δεν είναι τεχνοκρατική πολυτέλεια. Όταν κλονίζεται, το κόστος μετακυλίεται ακαριαία στην κοινωνία. Όταν, όμως, εδραιώνεται, οφείλει να μετασχηματίζεται σε ασφάλεια, ευκαιρίες και καλύτερο βιοτικό επίπεδο.
Αυτό είναι και το πραγματικό αποτύπωμα των παρεμβάσεων που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ: περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα, λιγότερα βάρη, ισχυρότερη οικογένεια.
Η διαδρομή του κατώτατου μισθού είναι χαρακτηριστική: από τα 650 ευρώ το 2021 στα 920 ευρώ το 2026 και στον στόχο των 1.000 ευρώ από τον Ιανουάριο του 2028. Παράλληλα, η σταδιακή αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών οδηγεί, από το 2019 έως το 2027, σε συνολική μείωση 5,9 ποσοστιαίων μονάδων.
Περισσότερο εισόδημα. Μικρότερο κόστος. Ισχυρότερη εργασία.
Η οικονομική πολιτική αποκτά, όμως, πραγματικό κοινωνικό βάθος όταν συναντά την οικογένεια και το δημογραφικό. Η φορολογική ελάφρυνση των τρίτεκνων οικογενειών, η στήριξη αγροτών και ελεύθερων επαγγελματιών και οι παρεμβάσεις για το κόστος της κατοικίας δεν είναι μεμονωμένα μέτρα. Συνθέτουν μια ενιαία στρατηγική: να καταστεί ξανά εφικτός ο οικογενειακός προγραμματισμός και να ενισχυθεί η προοπτική.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται το «Σπίτι μου 3», ύψους 2 δισ. ευρώ, η αξιοποίηση κλειστών κατοικιών, τα κίνητρα για ανακαινίσεις και νέες κατασκευές και οι παρεμβάσεις στη βραχυχρόνια μίσθωση.
Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με ευκαιριακές επιδοτήσεις. Απαιτεί αύξηση της προσφοράς, ενεργοποίηση του ανενεργού αποθέματος και διεύρυνση της πρόσβασης στη στέγη.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η δημιουργία επενδυτικού λογαριασμού για κάθε παιδί. Η γονική συνεισφορά, σε συνδυασμό με την κρατική συμμετοχή, μπορεί να δημιουργήσει από τα πρώτα χρόνια της ζωής ένα αρχικό κεφάλαιο για το μέλλον.
Είναι κάτι περισσότερο από οικονομική ενίσχυση. Είναι επένδυση στην προοπτική.
Γιατί η δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στα επιδόματα. Χρειάζεται εισόδημα, κατοικία, εργασία, ασφάλεια και μια κοινωνία που επιτρέπει στους νέους ανθρώπους να κάνουν σχέδια χωρίς να τα αναβάλλουν επ’ αόριστον.
Στην ίδια λογική εντάσσεται η στήριξη των συνταξιούχων. Η ετήσια ενίσχυση του Νοεμβρίου αυξάνεται στα 400 ευρώ και διευρύνεται σε περίπου 2,2 εκατομμύρια δικαιούχους. Από το 2027, οι αυξήσεις των συντάξεων δεν θα συμψηφίζονται με την προσωπική διαφορά. Παράλληλα, η αποκατάσταση του ποσοστού στις συντάξεις χηρείας αποτρέπει μια σημαντική απώλεια εισοδήματος για χιλιάδες δικαιούχους.
Η κοινωνική προστασία δεν είναι δημοσιονομική υποσημείωση. Είναι δείκτης κοινωνικής συνοχής.
Όμως καμία κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να εδράζεται εσαεί στις μεταβιβάσεις. Χρειάζεται μια οικονομία που παράγει, επενδύει και δημιουργεί πλούτο.
Γι’ αυτό η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, η επιτάχυνση των ιδιωτικών επενδύσεων, η ταχύτερη απόσβεση των παραγωγικών επενδύσεων και η αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους αποτελούν κρίσιμους κρίκους της ίδιας αλυσίδας.
Παραγωγή χωρίς επενδύσεις δεν υπάρχει. Ανταγωνιστικότητα χωρίς χαμηλό κόστος δεν υπάρχει. Ανάπτυξη χωρίς κοινωνική διάχυση δεν αρκεί.
Και μέσα σε αυτή τη μεγάλη εικόνα υπάρχει ένας ακόμη καταλυτικός παράγοντας: το κράτος.
Ο πολίτης δεν αντιλαμβάνεται τη μεταρρύθμιση μέσα από τους δείκτες. Την αντιλαμβάνεται όταν περιμένει λιγότερο, όταν εξυπηρετείται γρηγορότερα, όταν δεν αναγκάζεται να προσκομίσει ξανά και ξανά τα ίδια δικαιολογητικά, όταν αισθάνεται ότι το κράτος γνωρίζει την υπόθεσή του και μπορεί να την ολοκληρώσει.
Η μεταρρύθμιση, τελικά, δεν μετριέται από το πόσο σύγχρονο είναι ένα πληροφοριακό σύστημα. Μετριέται από το πόσο λιγότερη ταλαιπωρία προκαλεί στον άνθρωπο.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της Ελλάδας του 2030.
Να μεγαλώνει η οικονομία και να βελτιώνεται η ζωή.
Να αυξάνεται ο πλούτος και να διευρύνεται η κοινωνική του ανταπόδοση.
Να συνυπάρχουν δημοσιονομική πειθαρχία και κοινωνική δικαιοσύνη.
Επενδύσεις και απασχόληση. Ανάπτυξη και ασφάλεια.
Η Ελλάδα πέρασε μια δύσκολη δεκαετία. Δεν αρκεί πλέον να αφήσει πίσω της την κρίση. Οφείλει να μετατρέψει τη σταθερότητα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, κοινωνική ανθεκτικότητα και θεσμική αποτελεσματικότητα.
Γιατί οι αριθμοί, όσο εντυπωσιακοί κι αν είναι, παραμένουν άδειοι χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα.
Η πραγματική ανάπτυξη αρχίζει εκεί όπου ο δείκτης γίνεται εισόδημα, η επένδυση γίνεται δουλειά, η δημοσιονομική σταθερότητα γίνεται ασφάλεια και η οικονομική μεγέθυνση γίνεται καλύτερη ζωή.
Εκεί βρίσκεται το κοινωνικό πρόσημο της Ελλάδας του 2030.