Εικόνες καταστροφής άφησαν και φέτος οι μεγάλες πυρκαγιές που έπληξαν διάφορα μέρη της Ελλάδας, με τη Χαλκιδική και ειδικότερα τη Σίβηρη να βρίσκονται ανάμεσα στις περιοχές που δοκιμάστηκαν από τις φλόγες. Μετά την καταστροφή, όμως, έρχεται η επόμενη ημέρα για τα δάση και μαζί το ερώτημα για το αν μπορούν να αναγεννηθούν μόνα τους ή αν χρειάζονται την ανθρώπινη παρέμβαση.
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με την ομότιμη καθηγήτρια του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ κ. Θέκλα Τσιτσώνη η οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο Σέιχ Σου λέγοντας ότι «αναγεννήθηκε από μόνο του» παρά το γεγονός ότι υπήρξε ανθρώπινη παρέμβαση.
Αρχικά, μιλώντας για το αν η φύση μπορεί σε κάθε περίπτωση να αναγεννήσει τα καμένα δάση ή όχι, η κ. Τσιτσώνη είπε:
«Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορεί η φύση να αναγεννήσει τα καμένα δάση. Η φύση μπορεί να αναγεννήσει τα μεσογειακά οικοσυστήματα, δηλαδή τα μεσογειακά πεύκα και άλλα πλατύφυλλα, επειδή αναπτύσσονται σε αυτήν τη μεσογειακή ζώνη όπου υπάρχει μεγάλη ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες και έχουν αναπτύξει τα είδη αυτά μηχανισμούς επιβίωσης. Είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές, αλλά όχι στις συχνές όπως συμβαίνει σήμερα. Τα μεν πλατύφυλλα παραβλαστάνουν μετά την πυρκαγιά, τα δε πεύκα κρατούν τους κώνους κλειστούς κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς και όταν τελειώσει και οι κώνοι κρυώσουν, ανοίγουν και οι σπόροι πέφτουν στο έδαφος όπου με τις βροχές του φθινοπώρου αρχίζουν και βλαστάνουν.
Τα είδη που δεν ανήκουν στη μεσογειακή ζώνη, δεν έχουν αυτούς τους μηχανισμούς επιβίωσης μετά την πυρκαγιά. Στη φύση υπάρχει η έννοια της οικονομίας, όπου χρειάζεται γίνονται κάποιες διαδικασίες. Οι σπόροι των δασικών ειδών ωριμάζουν διαφορετικές εποχές, ανάλογα με το είδος και τις επικρατούσες συνθήκες και μόνο τα μεσογειακά πεύκα έχουν ώριμους σπόρους από τέλος Απριλίου μέχρι και τον Μάιο για να μπορούν να αναγεννηθούν μετά τις πυρκαγιές, που συμβαίνουν τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε άλλα είδη δηλαδή δεν μπορούμε να έχουμε φυσική αναγέννηση με σπόρους.
Στα μεσογειακά πεύκα, εάν έχουμε προηγούμενη πυρκαγιά μικρότερη των 20 χρόνων, δεν υπάρχουν ώριμοι σπόροι για να μπορέσουν να αναγεννηθούν φυσικά. Επίσης δεν υπάρχει αναγέννηση σε μεγάλες κλίσεις πάνω από 50%. Θα πρέπει φυσικά μετά την πυρκαγιά να απαγορευθεί η βόσκηση για τουλάχιστον 5 χρόνια για να μην καταστρέφονται τα νεαρά φυτάρια».
Στη συνέχεια η κ. Τσιτσώνη μίλησε και για το αν υπάρχουν είδη δέντρων που καίγονται πιο εύκολα, σχολιάζοντας ότι «όλα τα δέντρα καίγονται επειδή έχουν κυτταρίνη».
«Όλα τα δέντρα καίγονται επειδή έχουν κυτταρίνη. Τα πλατύφυλλα είδη μπορεί να καίγονται σχετικά πιο δύσκολα αλλά έχουν περισσότερες εδαφικές απαιτήσεις και δεν αναπτύσσονται παντού, ενώ τα πεύκα είναι ολιγαρκή και στα πιο φτωχά εδάφη μπορούν να αναπτυχθούν. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε στους οικισμούς που ακουμπάνε πάνω στο δάσος, που είναι σε επαφή με αυτό, είναι να γίνει περιμετρικά μια ζώνη πυροπροστασίας με τρεις υποζώνες σε αναλογία πλάτους 1:2:3 ώστε να καθυστερήσουμε την πυρκαγιά, για να προλάβουν οι δυνάμεις να επέμβουν. Η πρώτη γυμνή από βλάστηση, η δεύτερη φυτεμένη με πλατύφυλλα πυρανθεκτικά είδη και η τρίτη με το φυσικό πευκοδάσος αραιωμένο και καθαρισμένο από την υποβλάστηση».
Για το πώς μπορεί να καταλάβει κάποιος αν ένα δάσος έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης ή αν είναι απαραίτητη η ανθρώπινη παρέμβαση, η ομότιμη καθηγήτρια του τμήματος δασολογίας και φυσικού περιβάλλοντος τόνισε:
«Από το δασοπονικό είδος. Μόνο στα μεσογειακά οικοσυστήματα, τα πλατύφυλλα είδη, κυρίως δρύες και τα πεύκα, χαλέπιος και τραχεία αν δεν έχουν καεί τα τελευταία 20 χρόνια, θα αναγεννηθούν από μόνα τους χωρίς να χρειαστεί να επέμβουμε, τα μεν πλατύφυλλα με παραβλάστηση τα δε πεύκα με σπόρους».
Για το αν η κλιματική αλλαγή επηρεάζει την αναγέννηση των δασών, η κ. Τσιτσώνη είπε:
«Όχι, στα μεσογειακά οικοσυστήματα γιατί η βλάστησή τους αποτελείται από πάρα πολύ ξηρανθεκτικά είδη, με μηχανισμούς επιβίωσης, αρκεί όπως προαναφέραμε να μην υπάρχουν επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές. Η κλιματική κρίση επηρεάζει τη συχνότητα των πυρκαγιών καθώς και την εμφάνισή τους σε μεγαλύτερα υψόμετρα, λόγω αύξησης των θερμοκρασιών, όπου τα δασικά είδη δεν διαθέτουν μηχανισμούς επιβίωσης μετά την πυρκαγιά».
Όσον αφορά το αν η φυσική αναγέννηση δυσκολεύεται σημαντικά λόγω συνεχόμενων πυρκαγιών σε ένα μέρος, η ίδια υπογράμμισε:
«Φυσικά, αν οι πυρκαγιές είναι επαναλαμβανόμενες σε μικρά χρονικά διαστήματα, ούτε τα μεσογειακά οικοσυστήματα μπορούν να αναγεννηθούν και πρέπει να ξεκινήσει η αποκατάσταση τους με τεχνητά μέσα. Το οικοσύστημα έχει δυνατότητες ανόρθωσης. Η φύση έχει μηχανισμούς να επανέρχεται μετά από καταστροφές, εκτός αν είναι τέτοια η καταστροφή που δεν είναι αναστρέψιμη. Όπως ένα ελατήριο αν το τραβήξεις μέχρι το όριο παραμόρφωσης επανέρχεται, αλλά αν το περάσεις θα παραμείνει τεντωμένο, έτσι είναι και η φύση, έχει μηχανισμούς να επανέλθει αλλά αν περάσει ένα όριο, πρέπει να υπάρξει ανθρώπινη επέμβαση».
Στη συνέχεια, η κ. Τσιτσώνη μίλησε και για το αν πρέπει να περάσει πρώτα κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για να αρχίσει η τεχνητή αναδάσωση, κάνοντας αναφορά στο παράδειγμα του Σέιχ Σου, το οποίο όπως είπε «αναγεννήθηκε από μόνο του».
«Πολλές φορές για επικοινωνιακούς λόγους ξεκινάει άμεσα η αναδάσωση. Έτσι έγινε με το Σέιχ Σου μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1997 όπου το ποσοστό επιβίωσης των ειδών που φυτεύτηκαν ήταν πολύ χαμηλό και τελικά επικράτησε η φυσική αναγέννηση της Τραχείας πεύκης. Το Σέιχ Σου πάλι αναγεννήθηκε από μόνο του. Με την άμεση επέμβαση καταστρέφουμε τη φυσική αναγέννηση. Αυτά τα είδη θέλουν περίπου δύο με τρία χρόνια για να δούμε πώς θα εξελιχθεί η φυσική αναγέννηση, και μετά μπορούμε να επέμβουμε για να αναδασώσουμε όπου δεν πέτυχε η φυσική αναγέννηση.
Στη ζώνη που βρίσκεται η Θεσσαλονίκη μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως δρύες ως πλατύφυλλα, αλλά σε θέσεις που ευνοεί το έδαφος. Το δάσος του Σέιχ Σου ήταν ένα δρυοδάσος αλλά λόγω της έντονης ξύλευσής του υποβαθμίστηκε το έδαφος του και γι’ αυτό αναδασώθηκε με το ολιγαρκές είδος την Τραχεία πεύκη . Αν δεν υπάρχει το κατάλληλο έδαφος μόνο η πεύκη μπορεί να ευδοκιμήσει».
Για το αν είναι απαραίτητα πάντα τα δύο χρόνια για την αναδάσωση είπε:
«Τα δύο με τρία χρόνια αναμονής ισχύουν για την αναδάσωση των μεσογειακών οικοσυστημάτων. Στη Μαύρη Πεύκη ή στην Ελάτη, είδη που φύονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα και δεν διαθέτουν μηχανισμούς επιβίωσης μετά την πυρκαγιά, διότι οι σπόροι τους ωριμάζουν το φθινόπωρο, μπορούμε να αρχίσουμε αμέσως. Οι αναδασώσεις δεν γίνονται πάντα. Μπορούν να γίνουν Οκτώβριο - Νοέμβριο, και μετά Φεβρουάριο - Μάρτιο όταν το έδαφος θα έχει υγρασία. Το μεγάλο πρόβλημα με τις αναδασώσεις είναι ότι δεν υπάρχουν πολλά φυτάρια που να είναι διαθέσιμα για να καλύψουν τις ανάγκες των αναδασώσεων. Πρέπει να λειτουργούν δασικά φυτώρια. Τα κρατικά φυτώρια είχαν αδρανήσει ως προς τη λειτουργία τους, ωστόσο τώρα έχουν αναβαθμιστεί».
Τέλος, η κ. Τσιτσώνη αναφέρθηκε και στο αν υπάρχει άλλος λόγος που μπορεί μια κακώς σχεδιασμένη αναδάσωση να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα:
«Εκτός του ότι θα εμποδίσει τη φυσική αναγέννηση, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποτυχία και να χαθεί χρόνος. Στην αναδάσωση χρειάζεται να γίνει σωστή επιλογή του είδους αλλά μεγάλη σημασία έχει και η ποιότητα του φυτευτικού υλικού. Το τρίτο θέμα είναι και ο τρόπος φύτευσης. Είναι σωστό να γίνονται πχ αναδασώσεις από σχολεία, για την ευαισθητοποίηση των παιδιών, αλλά πρέπει να γίνονται υπό την παρακολούθηση των δασικών υπηρεσιών διότι και ο τρόπος φύτευσης παίζει μεγάλο ρόλο. Στην αναδάσωση δεν έχουμε τη δυνατότητα φυσικής επιλογής. Πρέπει το φυτάριο να είναι σε άριστη κατάσταση και να μην διαταράσσεται το ριζικό του σύστημα, δηλαδή η φύτευση να γίνει με τον σωστό τρόπο για να υπάρχει επιτυχία και επίσης τον πρώτο ή και τον δεύτερο χρόνο πρέπει τα φυτάρια να ποτίζονται το καλοκαίρι τουλάχιστον 2-3 φορές, ανάλογα με την διάρκεια των ξηροθερμικών περιόδων. Γι' αυτό πρέπει να υπάρχει μεγάλη προσοχή και στην τεχνική της αναδάσωσης η οποία θα γίνεται βάσει της μελέτης αναδάσωσης που εκπονείται από τις δασικές υπηρεσίες».