Το εμπόριο εξακολουθεί να στηρίζει καθοριστικά την απασχόληση στη χώρα μας, αλλά οι εργαζόμενοι σε αυτό μειώνονται διαρκώς, όπως προκύπτει από τα ευρήματα της Ετήσιας Έκθεσης Ελληνικού Εμπορίου 2013, η οποία πραγματοποιήθηκε χθες στο πλαίσιο ειδικής εκδήλωσης στην Αθήνα.
Όπως προκύπτει, η απασχόληση στο εμπόριο υποχώρησε για πέμπτη συνεχή χρονιά, καθώς το 2013 χάθηκαν 23.194 θέσεις εργασίας (πτώση κατά 3,4%). Σήμερα, στο εμπόριο απασχολούνται 656.156 εργαζόμενοι. “Δυστυχώς, δηλαδή, σταθεροποιούμαστε για 2η χρονιά κάτω από τις 700.000 θέσεις και έχουμε φτάσει πλέον στα επίπεδα του 1997…”, όπως τονίζεται σε ανακοίνωση της ΕΣΕΕ.
Ωστόσο, το εμπόριο εξακολουθεί να αποτελεί τον κυριότερο κλάδο απασχόλησης της ελληνικής οικονομίας.
Αρνητικές οι εκτιμήσεις για το 2013
Όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία για το 2012, αλλά και τις εκτιμήσεις των ίδιων των εμπόρων για το 2013 όπως τις διατύπωσαν στην έρευνα του ΙΝΕΜΥ, η βαθιά οικονομική ύφεση έπληξε την εμπορική δραστηριότητα σε όλη της την έκταση. Κύρια χαρακτηριστικά, η νέα πτώση στον κύκλο εργασιών, η επιδείνωση της κερδοφορίας και η συρρίκνωση της κεφαλαιουχικής βάσης του εμπορίου. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν, όπως τονίζεται, δυστυχώς, συνέχεια της εικόνας των προηγούμενων ετών.
Στις ΑΕ και ΕΠΕ οι πωλήσεις και τα μεικτά κέρδη σημείωσαν για τέταρτο συνεχές έτος πτώση κατά 12,9% και 13,4% αντίστοιχα. Η επιδείνωση των αποτελεσμάτων φαίνεται ότι ήταν ανεξάρτητη από τη νομική μορφή των επιχειρήσεων.
Όπως και την προηγούμενη χρονιά, τα μεικτά κέρδη μειώθηκαν και στους τρεις τομείς δράσης των εμπορικών ΑΕ και ΕΠΕ (χονδρικό, λιανικό και εμπόριο αυτοκινήτων). Μεγαλύτερη ήταν η επιδείνωση στον τομέα εμπορίας αυτοκινήτων-ανταλλακτικών (-25%) και συγκριτικά μικρότερη στο λιανικό εμπόριο (-11,5%). Επιπλέον, για πρώτη φορά το 2012 καταγράφεται μείωση της μεικτής κερδοφορίας σε όλους τους επιμέρους κλάδους και των τριών τομέων. Οι μεγαλύτερες απώλειες σημειώθηκαν στους κλάδους του εμπορίου αυτοκινήτων, στο λιανικό εμπόριο ένδυσης-υπόδησης-ειδών οικιακής χρήσης και στο χονδρικό εμπόριο ενδιάμεσων προϊόντων.
Περιορίστηκαν οι ζημιές
Κανείς από τους τρεις τομείς του εμπορίου δεν ήταν κερδοφόρος το 2012.
Η κάμψη των μεικτών κερδών των ΑΕ και ΕΠΕ στο χώρο του εμπορίου φαίνεται ότι ήταν καθοριστική και οδήγησε (για δεύτερη χρονιά) στην καταγραφή λειτουργικών ζημιών. Τουλάχιστον, όμως, οι ζημίες αυτές ήταν δραστικά μειωμένες σε σχέση με το 2011. Το τελικό καθαρό αποτέλεσμα παρέμεινε (για τρίτο κατά σειρά έτος) αρνητικό, με τις εν λόγω εταιρείες να καταγράφουν και πάλι ζημίες ύψους 339,2 εκατ. € το 2012, μειωμένες ωστόσο κατά 60,6% από τις αντίστοιχες του 2011.
Η μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων (ανεξαρτήτως νομικής μορφής) εκτίμησαν για μία ακόμη φορά ότι η εξέλιξη των πωλήσεών τους είναι πτωτική και για το 2013. Ανάλογη με την εικόνα των πωλήσεων είναι και η εικόνα των εκτιμήσεων για την κερδοφορία κατά το 2013. Η απόλυτη πλειοψηφία των επιχειρήσεων εκτιμά επιδείνωση και σε αυτό το επίπεδο. Και πάλι οι εκτιμήσεις των ΟΕ-ΕΕ και ατομικών επιχειρήσεων είναι εμφανώς δυσμενέστερες.
Παραμένουν τα προβλήματα ρευστότητας
Η γενική ρευστότητα παρέμεινε σταθερή την τελευταία διετία στις ΑΕ και ΕΠΕ. Όμως, σχεδόν οι 8 στις 10 ΟΕ-ΕΕ και ατομικές επιχειρήσεις δήλωσαν ότι περιορίστηκε σημαντικά η ρευστότητά τους.
Από την έρευνα του ΙΝΕΜΥ στις εμπορικές ΑΕ και ΕΠΕ προκύπτει ότι η εικόνα της επιδείνωσης της γενικής ρευστότητας, που είχε εντοπιστεί από την προηγούμενη έρευνα, συνεχίζεται αμείωτη.
Απαισιοδοξία και για το 2014
Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΕΜΥ, οι προβλέψεις των εμπορικών επιχειρήσεων για την εξέλιξη των οικονομικών αποτελεσμάτων τους το 2014 παραμένουν απαισιόδοξες, σε χαμηλότερο όμως βαθμό συγκριτικά με πέρυσι.
Η απόλυτη πλειονότητα των επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από νομική μορφή, προβλέπει στασιμότητα της απασχόλησης, παράλληλα όμως περιορίστηκαν τα ποσοστά των εταιρειών που προβλέπουν μείωση της απασχόλησης.
Πώς θα αντιμετωπίσουν την κρίση
Προβληματισμός υπάρχει στις επιχειρήσεις για το πώς θα αντιμετωπίσουν την κρίση:
Στις ΑΕ και ΕΠΕ, οι κυριότερες επιλογές είναι ο περιορισμός του κόστους λειτουργίας (26%), η μείωση τιμών και η μείωση προσωπικού (από 13%). Συνεπώς, η πτώση της ζήτησης οδηγεί και σε επιλογές τιμολογιακής αναπροσαρμογής, λύση την οποία «απέφευγαν» οι μεγάλες εταιρείες, αφού στην περσινή έρευνα η μείωση τιμών αναφερόταν ως 5ο σε βαρύτητα μέτρο.
Στις ΟΕ-ΕΕ και ατομικές επιχειρήσεις, οι κυριότερες επιλογές είναι ο περιορισμός του κόστους λειτουργίας (21,6%) η μείωση τιμών (16,3%) και η αύξηση προσφορών/παροχών (15,9%). Οι αναφορές στο μέτρο της μείωσης προσωπικού αθροίζουν ποσοστό πολύ χαμηλότερο (5,9%) σε σχέση με τις ΑΕ και ΕΠΕ (13%).
ΙΟΒΕ: Αμετάβλητος ο δείκτης οικονομικού κλίματος
Στα επίπεδα του περασμένου μήνα παρέμεινε τον Νοέμβριο ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ και διαμορφώθηκε εκ νέου στις 91,2 μονάδες. Από τους επιμέρους τομείς, η επιδείνωση των επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες αντισταθμίζεται από τη μικρή βελτίωση στο λιανικό εμπόριο και τις κατασκευές, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη διατηρείται σχεδόν αμετάβλητη. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, παγιώνεται έτσι μία τάση σταθεροποίησης των προσδοκιών πολιτών και επιχειρήσεων, καθώς δύο τάσεις συνεχίζουν να τις επηρεάζουν. Από τη μία πλευρά καταγράφεται μικρή εξασθένιση της ύφεσης, με τους πτωτικούς ρυθμούς δραστηριότητας σε διάφορους κλάδους να αμβλύνονται. Από την άλλη πλευρά, η διευθέτηση των πολλαπλών φορολογικών υποχρεώσεων που σωρεύονται στους τελευταίους μήνες του έτους, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα, ασκεί πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά και στις επιχειρήσεις. Σημειώνεται ωστόσο ότι ειδικά όσον αφορά στους πολίτες, η κλιμάκωση της απαισιοδοξίας για την οικονομική κατάσταση σε οικογενειακό επίπεδο, δεν έχει αντίκτυπο στις εκτιμήσεις των οικονομικών προοπτικών της χώρας, καθώς αυτές παρουσιάζουν βελτίωση.