Στην εποχή του ΑΙ, του googletranslate, του chatgpt και της διάσπασης προσοχής, ποια είναι η απήχηση των ξένων γλωσσών; Πόσο εύκολα επιλέγουν μικροί και μεγάλοι να καθίσουν στα θρανία και να αφιερώσουν λίγο από τον ελεύθερό τους χρόνο για να τις μάθουν;
Απευθυνθήκαμε σε εκπροσώπους τριών ινστιτούτων για να μάθουμε ποια εικόνα επικρατεί.
«Η πολυγλωσσία αποτελεί άσκηση για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, βελτιώνει τη συγκέντρωση και ενισχύει τη μνήμη»
Ο Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας και Διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης, Ζαν-Λικ Λαβό (Jean-LucLavaud) ανέφερε πως «Το ενδιαφέρον για την εκμάθηση ξένων γλωσσών παραμένει διαχρονικά σταθερό στην Ελλάδα. Ειδικότερα τα γαλλικά βρίσκονται πολύ ψηλά στις προτιμήσεις των Ελλήνων, ως δεύτερη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μαθήματα στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης ξεκινούν ήδη από τις πολύ μικρές ηλικίες, ακόμη και από 3-4 ετών, μέσα από το παιχνίδι και τη βιωματική μάθηση. Και φυσικά προσφέρονται μαθήματα για μεγαλύτερα παιδιά, εφήβους αλλά και ενήλικες».
Τον ρωτήσαμε κατά πόσο θεωρείτε προσόν και ο ίδιος σχολίασε ότι: «Πολλοί υποστηρίζουν ότι στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης θα εκλείψει η ανάγκη εκμάθησης ξένων γλωσσών. Στο Γαλλικό Ινστιτούτο πιστεύουμε αυτό που δείχνουν και πολλές επιστημονικές έρευνες: η πολυγλωσσία αποτελεί μία εξαιρετική άσκηση για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, βελτιώνει τη συγκέντρωση και ενισχύει τη μνήμη. Ταυτόχρονα παραμένει σημαντικό προσόν τόσο στις σπουδές, όσο και στην επαγγελματική πορεία ενώ διαχρονικά ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο, στην πρόσβαση στην πληροφορία και στην καλύτερη κατανόηση των διαφόρων πολιτισμών.
Συγκεκριμένα, η γαλλική είναι η τέταρτη ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο. Μαζί με τα αγγλικά είναι η μόνη γλώσσα που ομιλείται στις πέντε ηπείρους από συνολικά 396 εκατομμύρια ανθρώπους. Περισσότερα από 170 εκατομμύρια άνθρωποι μαθαίνουν γαλλικά».
Τι γίνεται με την τεχνολογία; Βοηθάνε στην διδασκαλία τα νέα εργαλεία ή υπάρχει δυσκολία στην προσήλωση, στην μελέτη εκ μέρους των μαθητών;
«Οι νέες τεχνολογίες έχουν σίγουρα αλλάξει τον τρόπο που διδάσκονται οι ξένες γλώσσες. Νέα εργαλεία όπως οι διάφορες πλατφόρμες, οι διαδραστικοί πίνακες ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη διευκολύνουν και δίνουν μία νέα δυναμική στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Ωστόσο δεν μπορούν να αντικαταστήσουν ούτε τον ρόλο του δασκάλου ούτε και την προσωπική δουλειά που πρέπει να κάνει ο κάθε μαθητής», μας εξήγησε.
Όσο για το κόστος είπε πως οι τιμές εξαρτώνται από το είδος των μαθημάτων, την ηλικία και το επίπεδο.
Όπως μας είπε: «το Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης προτείνει κάθε χρόνο θερινά μαθήματα γαλλικών για ενήλικες για όλα τα επίπεδα καθώς και εργαστήρια για παιδιά, ανεξάρτητα από το αν έχουν προηγούμενη γνώση γαλλικών. Ο σκοπός είναι να ανακαλύψουν και να αγαπήσουν τα γαλλικά μέσα από διασκεδαστικές, καλοκαιρινές δραστηριότητες!
Από τον Σεπτέμβριο, όπως πάντα, το Ινστιτούτο προτείνει μαθήματα για όλες τις ηλικίες και για όλα τα επίπεδα. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης, www.ift.gr».
«Ποτέ δεν είναι αργά για να μάθει κανείς μια γλώσσα»
Η Υπεύθυνη Γλωσσικού Τμήματος του Goethe-Institut Thessaloniki κυρία Χριστίνα Καριπίδη ανέφερε στο «ΤyposThes» πως: Το ενδιαφέρον για την εκμάθηση ξένων γλωσσών και ιδιαίτερα των Γερμανικών παραμένει σταθερά υψηλό σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Πολλοί γονείς επιλέγουν να ξεκινήσουν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία, καθώς η πρώιμη επαφή με μια γλώσσα διευκολύνει σημαντικά την εκμάθησή της. Ωστόσο, ποτέ δεν είναι αργά για να μάθει κανείς μια γλώσσα. Πολλοί ενήλικες επιλέγουν να μάθουν Γερμανικά και να αποκτήσουν ένα αναγνωρισμένο πιστοποιητικό γλωσσομάθειας για επαγγελματικούς λόγους ή για τις σπουδές τους.
Άλλοι παρακολουθούν εξειδικευμένα προγράμματα που ενισχύουν τα προσόντα τους και ανοίγουν νέες επαγγελματικές προοπτικές. Για παράδειγμα, βλέπουμε στο Ινστιτούτο Γκαίτε Θεσσαλονίκης να υπάρχει τα τελευταία χρόνιά αυξημένη ζήτηση για εξειδικευμένα προγράμματα γλωσσομάθειας, όπως Γερμανικά για επαγγελματίες υγείας ή για παιδαγωγούς. Η σύνδεση της γλώσσας με συγκεκριμένους επαγγελματικούς στόχους αποτελεί μια τάση που ενισχύεται, οπότε προσαρμόζουμε αντίστοιχα τις εκπαιδευτικές μας προσφορές».
Κατά την ίδια: «Η γνώση μιας ξένης γλώσσας αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό προσόν. Κάθε επιπλέον γλώσσα διευρύνει τους ορίζοντες επικοινωνίας, ενισχύει την αυτοπεποίθηση και προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η γλωσσομάθεια αποτελεί πολύτιμο εφόδιο τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο.
Ειδικά στην Ελλάδα, η γνώση ξένων γλωσσών παραμένει ένα σημαντικό προσόν, καθώς η χώρα μας υποδέχεται ετησίως ένα μεγάλο αριθμό τουριστών από όλο τον κόσμο και ξένες εταιρίες ενδιαφέρονται να επενδύσουν πάνω στο αξιόλογο γλωσσικό και γενικότερα, ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας. Παράλληλα, για όσους σχεδιάζουν να εργαστούν ή να σπουδάσουν σε γερμανόφωνες χώρες, η γνώση των Γερμανικών και η κατοχή ενός αναγνωρισμένου πιστοποιητικού αποτελούν ουσιαστικό πλεονέκτημα».
Απαντώντας σε ερώτηση για το τι αλλάζει στην διδασκαλία στη νέα εποχή σχολίασε: «Η τεχνολογία και ιδιαίτερα η Τεχνητή Νοημοσύνη μετασχηματίζουν την εκμάθηση γλωσσών, προσφέροντας νέες δυνατότητες εξάσκησης, ανατροφοδότησης και εξατομικευμένης μάθησης. Στο Ινστιτούτο Γκαίτε αξιοποιούμε αυτά τα εργαλεία σε μια σύγχρονη, μαθητοκεντρική προσέγγιση, με έμφαση στην ουσιαστική επικοινωνία και την πολυγλωσσία.
Ωστόσο, η τεχνολογία λειτουργεί συμπληρωματικά και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ρόλο του εκπαιδευτικού. Η σωστή καθοδήγηση είναι απαραίτητη, ώστε οι μαθητές να αξιοποιούν αποτελεσματικά τα εργαλεία αυτά και να αναπτύσσουν πραγματικές επικοινωνιακές δεξιότητες. Παράλληλα, παρατηρούμε ότι πολλοί μαθητές και επαγγελματίες, ιδιαίτερα όσοι εργάζονται καθημερινά μπροστά σε οθόνες, εξακολουθούν να προτιμούν τη δια ζώσης διδασκαλία και την προσωπική επαφή στην τάξη. Ειδικά μετά την περίοδο της πανδημίας, η ανθρώπινη αλληλεπίδραση έχει αποκτήσει και πάλι ιδιαίτερη αξία στη μαθησιακή διαδικασία».
Σχετικά με το κόστος εκμάθησης ξένων γλωσσών στην Ελλάδα είπε πως: «παραμένει γενικά ανταγωνιστικό σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αν και διαφοροποιείται ανάλογα με τη γλώσσα, τον φορέα, την εμπειρία των καθηγητών και το επίπεδο εξειδίκευσης στη γλώσσα. Εξίσου σημαντική με το ύψος των διδάκτρων είναι η διαφάνεια απέναντι στους ενδιαφερόμενους. Οι υποψήφιοι σπουδαστές και οι γονείς χρειάζεται να γνωρίζουν τι ακριβώς περιλαμβάνεται στο κόστος ενός προγράμματος, ποιες υπηρεσίες παρέχονται και ποιοι είναι οι μαθησιακοί στόχοι. Μόνο έτσι μπορούν να αξιολογήσουν σωστά τις διαθέσιμες επιλογές και να επιλέξουν εκείνη που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και τις προσδοκίες τους.
«Οι ξένες γλώσσες είναι μια σημαντική επένδυση για το μέλλον»
Ο Cliff Parry Υπεύθυνος Ακαδημαϊκών Προγραμμάτων του British Council στην Ελλάδα σχολίασε: «Το ενδιαφέρον για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας παραμένει ισχυρό σε αρκετές ηλικιακές ομάδες, από τα παιδιά και τους εφήβους που προετοιμάζονται για τις σπουδές τους και τις πιστοποιήσεις τους μέχρι και τους ενήλικες που αναζητούν επαγγελματική εξέλιξη στην καριέρα τους. Οι γονείς συνεχίζουν να θεωρούν την εκμάθηση ξένων γλωσσών ως μια σημαντική επένδυση για το μέλλον των παιδιών τους, ενώ οι ενήλικες βλέπουν την πολυγλωσσία ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη διεθνή αγορά εργασίας».
Κατά τον ίδιο «Η γνώση ξένων γλωσσών θεωρείται ευρέως σημαντικό πλεονέκτημα. Μπορεί να διευρύνει τις ακαδημαϊκές ευκαιρίες, να βελτιώσει την απασχόληση, να υποστηρίξει τη διεθνή κινητικότητα και να ενισχύσει τις επικοινωνιακές δεξιότητες σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη διασυνδεσιμότητα».
Σχετικά με την θέση της τεχνολογίας σημείωσε πως «έχει καταστεί σημαντικό μέρος της γλωσσικής εκπαίδευσης. Οι ψηφιακές πλατφόρμες, τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, οι διαδικτυακοί πόροι και τα διαδραστικά περιβάλλοντα μάθησης μπορούν να εμπλουτίσουν τη μαθησιακή εμπειρία και να προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία. Παράλληλα, η διατήρηση του ενδιαφέροντος των μαθητών και των σταθερών συνηθειών μελέτης παραμένει ουσιώδης, ενώ η τεχνολογία αποδίδει τα μέγιστα όταν αξιοποιείται σε συνδυασμό με ποιοτική διδασκαλία και δομημένη μάθηση».
Απαντώντας σε ερώτηση για το κόστος εκμάθησης σχολίασε πως «τα δίδακτρα ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με παράγοντες όπως η γλώσσα εκμάθησης, η ηλικία του εκπαιδευόμενου, η μορφή του μαθήματος (διαδικτυακά ή διά ζώσης), το μέγεθος της τάξης και η τοποθεσία. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ενιαίο σημείο αναφοράς για τις τιμές στην αγορά».
Τέλος ανέφερε πως «Πολλοί φορείς γλωσσικής εκπαίδευσης προσφέρουν εντατικά θερινά προγράμματα, σχεδιασμένα να βοηθήσουν τους εκπαιδευόμενους να επιταχύνουν την πρόοδό τους κατά τη διάρκεια των διακοπών. Η διαθεσιμότητα και οι μορφές των προγραμμάτων ποικίλλουν ανάλογα με τον εκάστοτε φορέα».
- Θεσσαλονίκη: Έρχονται τα McDonald's στο κέντρο – Πού το νέο κατάστημα, μετά το «ναυάγιο»
- Άγριος ξυλοδαρμός εγκύου 5 μηνών από τον πρώην σύντροφό της - Νεκρό το έμβρυο
- Θεσσαλονίκη: Τροχαίο με μηχανή να παρασέρνει γυναίκα - Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο
- ΟΠΕΚΕΠΕ: Τον Φεβρουάριο 2027 η δίκη του Γιώργου Ξυλούρη για ψευδή κατάθεση