ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΒΟΡΡΑΣ»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΕΡΟΝΙΚΟΛΑΟΥ
Υπήρξε μια εποχή που η νυχτερινή έξοδος δεν χρειαζόταν κινητό, κρατήσεις μέσω εφαρμογών ή αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Χρειαζόταν μια καλή παρέα, προσεγμένο ντύσιμο, λίγες δραχμές στην τσέπη και τη σωστή πληροφορία για το πού θα χτυπούσε η καρδιά της νύχτας. Ήταν τα ’80s, μια δεκαετία γεμάτη μουσική, χρώματα, φλερτ και την αίσθηση ότι η καλύτερη στιγμή της ζωής σου μπορεί να βρίσκεται μόλις λίγα βήματα πίσω από μια πόρτα κλαμπ.
Στην Αθήνα, η διασκέδαση είχε μεγάλες αποστάσεις, εντυπωσιακά μαγαζιά και πολλές διαφορετικές σκηνές. Στη Θεσσαλονίκη, είχε χαρακτήρα, οικειότητα και παρέες που μπορούσαν να μετατρέψουν ένα μπαρ σε δεύτερο σπίτι. Και οι δύο πόλεις είχαν τη δική τους απάντηση στο ερώτημα που εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις: πού περνούσε κανείς καλύτερα τη δεκαετία του ’80;
Αθήνα: Από την Κηφισίας μέχρι τη Συγγρού
Η αθηναϊκή νύχτα ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν. Άλλος αναζητούσε τη λάμψη και την πολυτέλεια, άλλος ήθελε ασταμάτητο χορό και άλλος προτιμούσε ένα μπαρ όπου η μουσική και οι συζητήσεις κρατούσαν μέχρι το πρωί.
Η Αυτοκίνηση, στην Κηφισίας, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της εποχής. Η πίστα, τα φωτορυθμικά, η δυνατή μουσική και η ιδιαίτερη σημασία που είχε η εμφάνιση των θαμώνων δημιουργούσαν μια εμπειρία που ξεπερνούσε την απλή έξοδο. Το Σάββατο μπορούσε να σημαίνει προετοιμασία από νωρίς, συζήτηση με φίλους για το ποιος θα πάει και αγωνία για το αν η παρέα θα περάσει την περίφημη «πόρτα».
Στη λεωφόρο Συγγρού, η Μπαρμπαρέλα, που άνοιξε το 1983, έγινε σημείο αναφοράς για όσους ήθελαν ντίσκο χωρίς συμβιβασμούς. Πρωτοποριακή για την εποχή διακόσμηση ,μεγάλη πίστα, καθρέφτες, χρωματιστά φώτα και επιτυχίες της εποχής συνέθεταν ένα σκηνικό όπου η διασκέδαση ήταν σχεδόν παράσταση. Κανείς δεν πήγαινε εκεί με σκοπό να μείνει καθισμένος όλο το βράδυ.
Στην ίδια ευρύτερη πλευρά της αθηναϊκής νύχτας, το Mad, αρχικά στην Πλάκα και αργότερα στη Συγγρού, έδωσε το δικό του στίγμα, ενώ το Εργοστάσιο, με τον ιδιαίτερο βιομηχανικό χώρο του, εξέφρασε μια πιο τολμηρή αντίληψη για το κλαμπ. Η διασκέδαση άρχισε να απομακρύνεται από το αυστηρό μοντέλο της κλασικής ντίσκο και να αποκτά πιο ελεύθερη αισθητική.
Στις επιλογές της εποχής ανήκαν επίσης η Jacky-O, κοντά στο Χίλτον, σημείο αναφοράς των cult ταινιών της δεκαετίας του 80 μαζί με την Dorian Gray, η Boom-Boom και η San Lorenzo, στην παραλιακή ζώνη. Η τελευταία έδινε στη βραδινή έξοδο μια καλοκαιρινή διάσταση, με τη θάλασσα να γίνεται μέρος της εμπειρίας. Η Αθήνα μπορούσε να ξεκινήσει τη βραδιά στο κέντρο και να την οδηγήσει μέχρι την παραλία, χωρίς να αλλάξει διάθεση.
Το Highway, στην πλατεία Μαβίλη, συμπλήρωνε τον χάρτη των αθηναϊκών εξόδων, ενώ το Κολωνάκι διατηρούσε τον δικό του κοσμικό χαρακτήρα. Το 14, η Figaro, οι Εννέα Μούσες, το Paramount και η Μπόρα Μπόρα συνδέθηκαν με μια κουλτούρα όπου το ποτό, οι γνωριμίες και η κοινωνική παρουσία είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Και φυσικά υπήρχε η Ίντριγκα στα Εξάρχεια, το Trip, η Λήδρα και Σοφίτα στην Πλάκα με μια διαφορετική μουσική και κοινωνική ταυτότητα. Αυτή ήταν η μεγάλη δύναμη της Αθήνας: μπορούσες να διαλέξεις όχι μόνο μαγαζί, αλλά ολόκληρη νυχτερινή κουλτούρα.
Θεσσαλονίκη: Η πόλη που ήξερε να κρατά τις παρέες μαζί
Η Θεσσαλονίκη δεν χρειαζόταν το μέγεθος της πρωτεύουσας για να δημιουργήσει τη δική της μυθολογία. Η νυχτερινή ζωή της στηριζόταν στην προσωπική επαφή, στις επαναλαμβανόμενες συναντήσεις και στα στέκια που αποκτούσαν χαρακτήρα μέσα από τους ανθρώπους τους.
Στις αρχές της δεκαετίας, το Tango και η Disco (Studio) 51 συγκαταλέγονταν στα ονόματα που διαμόρφωσαν τη νυχτερινή σκηνή της πόλης. Το πρώτο συνδέθηκε με μια πιο aνατρεπτική αισθητική, ενώ το δεύτερο με τη δυναμική της ντίσκο όπως και η Regine.
Η Palladium εξελίχθηκε σε Convoy και στη συνέχεια σε Container, αποτελώντας έναν από τους μεγάλους σταθμούς της εποχής.
Το 1985 άνοιξε η LaPoze η οποία συνδέθηκε στενά με την κοσμική ζωή της Θεσσαλονίκης. Η Lavalbone αποτελούσε ακόμη μία επιλογή για όσους αναζητούσαν διαφορετική ατμόσφαιρα, όπως και η Swing , αλλά και πιο μεγάλης χωρητικότητας στέκια που οδηγούσαν έξω από την πόλη όπως η Crypton η Amnesia, Acropol, Esmeraldo, Cocos , Κρόνος ενώ η αναβίωση του Basement το 1986 έδειξε πόσο ισχυρή ήταν η νοσταλγία για ορισμένα στέκια ακόμη και μέσα στην ίδια δεκαετία.
Στον χάρτη της πόλης συναντούσε κανείς επίσης το Penny Lane με τη saloon αισθητική του και το extreme τότε Μπανάλ στην Προξένου Κορομηλά την Copa Cabana, το Cotton Club, το Santé, το Ακρόαμα, το Παραρλάμα, το Alehouse , και το Moulin Rouge αλλά και τα classic καφέ που λειτουργούσαν ως τόπος οργάνωσης της βραδυνής εξόδου όπως η Κυψέλη ,το Jazz, η Τζοκόντα , και το Rainbow στην Πλατεία Ναυαρίνου το Mond στη Γούναρη, καθώς και καφέ κοντά στο παραλιακό μέτωπο όπως ο ιστορικός Τόττης με το μυθικό «νες γάλα γλυκό» ,το Μικρό Καφέ, Καστέλλο , Corfu , Εν πλώ το Αχίλλειον -ως καφενείο- και πόσα άλλα…
Στην KRONOS
DJ στη MAKE UP
Η μουσική, το ντύσιμο και το φλερτ
Η αναμέτρηση των δύο πόλεων δεν κρινόταν μόνο στα ονόματα των μαγαζιών. Κρινόταν και στο ύφος της εξόδου.
Στην Αθήνα, η εμφάνιση μπορούσε να αποτελεί μέρος της βραδινής στρατηγικής. Τα προσεγμένα ρούχα, τα έντονα χρώματα, οι βάτες, τα γυαλιστερά υφάσματα και τα χτενίσματα της εποχής συνόδευαν μια κουλτούρα όπου η είσοδος στο σωστό κλαμπ είχε τη δική της σημασία.
Στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στην κοσμική πλευρά, υπήρχε χώρος για πιο χαλαρές εμφανίσεις, τζιν, μπουφάν και μια διάθεση που έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην παρέα και στη μουσική.
Και υπήρχε ένα στοιχείο που ένωνε τις δύο πόλεις: η μουσική. Η ποπ, η ντίσκο, η ροκ, η funk και οι νέοι ηλεκτρονικοί ήχοι έδιναν τον ρυθμό σε μια γενιά που ήθελε να διασκεδάσει διαφορετικά, χωρίς κινητά και ψηφιακές λίστες αναπαραγωγής.
Ποια πόλη κέρδισε;
Αν το κριτήριο ήταν η ποικιλία και η κλίμακα, η Αθήνα είχε το πλεονέκτημα. Από τη Συγγρού και την Κηφισίας μέχρι το Κολωνάκι, την πλατεία Μαβίλη και την παραλία, προσέφερε διαφορετικούς κόσμους για διαφορετικά γούστα.
Αν το κριτήριο ήταν η οικειότητα, η δύναμη του στεκιού και η αίσθηση ότι η πόλη αποτελεί μια μεγάλη παρέα, η Θεσσαλονίκη είχε ισχυρό προβάδισμα. Τα μαγαζιά της έγιναν κομμάτια της προσωπικής ιστορίας όσων τα έζησαν, όχι απλώς διευθύνσεις σε έναν χάρτη.
Ίσως, τελικά, να μην υπήρξε ποτέ πραγματικός νικητής.
Τα ’80s ουσιαστικά ήταν μια εποχή κατά την οποία η διασκέδαση είχε τη δική της τελετουργία: το τηλεφώνημα από το σταθερό τηλέφωνο -με το all time classic σεμεδάκι από κάτω- στην παρέα, η προετοιμασία, η αναμονή έξω από την πόρτα, η μουσική που ακουγόταν από μακριά και η τελευταία συζήτηση στον δρόμο της επιστροφής.
Αθήνα ή Θεσσαλονίκη; Η απάντηση βρίσκεται στις αναμνήσεις του καθενός. Γιατί η νύχτα δεν μετριόταν σε views , like και selfie , αλλά σε τραγούδια, φιλίες, έρωτες και ιστορίες που άντεξαν στον χρόνο. Και αυτό είναι το πραγματικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ακόμη και σήμερα, εξακολουθεί να χορεύει στη μνήμη μας.
O «Ελληνικός Βορράς» το 1985 κατέγραφε όλη την κίνηση στα μαγαζιά. Εδώ ένα δισέλιδο για τα αποκριάτικο πάρτι