Ας πιάσουμε άλλη μια φορά την επικαιρότητα, λοιπόν. Ζούμε μεγάλες στιγμές των ελληνικών διωκτικών αρχών και η φοροδιαφυγή που ξέρατε έχει πλήρως παραχθεί. Δεξιά και αριστερά πανηγυρίζουμε, διότι έχουμε βρει το φως το αληθινό και έχουμε πιάσει τα μεγάλα ψάρια.
Σε όλο αυτό βεβαίως, ουδείς ασχολείται με το γεγονός, ότι έχουμε, να κάνουμε με μία φορολογική παράβαση, όπου το ζητούμενο πρωτίστως είναι το κράτος, να λάβει αυτό, το οποίο πρέπει και όχι, να ασκήσει ποινικές διώξεις. Οι τελευταίες βεβαίως και προβλέπονται από το νόμο, αλλά ως μέσο πίεσης για την είσπραξη όσων παρανόμως δεν έχουν αποδοθεί. Σημειώστε επιπλέον, ότι αν και όταν εισπραχθούν τα ποσά αυτά, σχεδόν εξαφανίζονται και τα εγκλήματα. Η ανικανότητα των αρχών που εδώ θα έπρεπε, να εμπλακούν ενεργά κρύβεται πίσω από την καταστολή. Που και αυτή, φευ, είναι πρόσκαιρη.
Στη χώρα μας όμως είναι πιο σημαντικό, να ικανοποιήσουμε το κοινό αίσθημα με το θεαθήναι και μόνο. Μπορεί μερικοί από εμάς να θυμούνται τη διαχρονική ερώτηση «είδατε τα βραχιολάκια».
Λίγοι ασχολούνται βέβαια με το τί έχουν απογίνει εκείνοι που τα φόρεσαν και αν έχουν μεταγενέστερα απαλλαγεί από τις όποιες κατηγορίες. Ούτε βέβαια το σύνολο των ανθρωποφάγων που κυκλοφορούν σε όλα τα μετερίζια ασχολήθηκε με την κατάληξη και πολύ περισσότερο δεν αισθάνθηκε την ανάγκη, να απολογηθεί για τα όσα ισχυρίστηκε με πολύ μεγάλη ευκολία ή για τις ζωές που άδικα, όπως αποδείχτηκε στο τέλος, κατέστρεψε.
Άλλο παρόμοιο φαινόμενο υπήρξαν και οι διάφορες λίστες με συμπολίτες μας, οι οποίοι έβγαλαν κατά καιρούς χρήματα στο εξωτερικό. Η δημοσιοποίησή τους θεωρήθηκε κορυφαία στιγμή της δημοσιογραφίας. Το εύρημα προφανώς και ήταν. Όμως, τόσο εκείνοι που έκαναν την αναπαραγωγή τους, όσο και πολλοί από εκείνους τις διάβασαν δεν ασχολήθηκαν με τίποτα άλλο. Ούτε με το αν ορισμένοι ή και όλοι από όσους περιλαμβάνονταν σε αυτές έβγαλαν νόμιμα κερδισμένα χρήματα από τη χώρα, ούτε αν η δημοσιοποίηση των στοιχείων τους τους εξέθεσε ανεπανόρθωτα. Φυσικά, όταν αποδείχτηκε αυτό, κανείς δεν τους ζήτησε συγγνώμη που τους κρέμασε στα μανταλάκια. Αυτό βέβαια δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε φυσικά και το μοναδικό τέτοιο φαινόμενο.
Όλο αυτό εξηγείται σχετικά εύκολα, τουλάχιστον κατά τη δική μου εκτίμηση. Δημιουργούμε ένα κοινό, το οποίο είναι θυμωμένο και αναζητά κάπου, να ξεσπάσει την οργή του. Η ηγεσία πετάει χαρταετό και δυσκολεύεται, να αντιμετωπίσει τα κακώς κείμενα. Η απέναντί της δεν μπορούν, να προτείνουν εναλλακτικές που να πείθουν. Μία λέξη τα περιγράφει αυτά: πλήρης ανικανότητα σε όλες τις πλευρές.
Επομένως, δημιουργούμε σκηνικά, όπου ρόλο παίζουν μόνο οι εντυπώσεις και η ταμπακιέρα δεν απασχολεί απολύτως κανέναν.
Στο ίδιο μοτίβο κινούνται σχεδόν τα πάντα που σχετίζονται με την καθημερινότητά μας. Πολύ περισσότερο εξηγείται το φαινόμενο -άσχετα, αν για μένα παραμένει ανεξήγητο- το ποιοι τραβάνε την προσοχή του κοινού σε σημείο που να αποτελούν πιθανές επιλογές του. Για να αναφέρουμε ένα απλό παράδειγμα, θα μπορούσαμε, να αναφέρουμε το νεοναζί, για τον οποίο αναρωτιόμαστε αν είναι τέτοιος. Μεγάλο ρεύμα λέει έχει, ειδικά στις νέες γενιές. Εκεί που φυσάει αυτό, προφανώς έχει ξεχαστεί όχι μόνο το ότι πρόσφατα αποφυλακίστηκε, αλλά το γιατί μπήκε στη φυλακή. Με ένα μαγικό τρόπο αυτό ξεχνιέται ή δε συζητείται. Ίσως θεωρήσετε, ότι έχω εμμονή με το θέμα αυτό. Δε νομίζω, απλά θεωρώ, ότι η στάση αυτή της κοινής γνώμης διεθνώς είναι επικίνδυνη. Ακόμα πιο επικίνδυνο είναι το ότι το υγιές πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να τον αντιμετωπίσει. Τόσο αυτόν, όσο και άλλα παρόμοια είδη που κυκλοφορούν και ευδοκιμούν.
Τί να πει βέβαια κανείς, όταν βλέπουμε τον επικεφαλής της υπερδύναμης, ο οποίος πολύ τη συμπαθεί κιόλας την ιδεολογία αυτή, σε πολιτική συζήτηση συχνά πυκνά, να αναφέρεται σε σωματικά προσόντα διαφόρων celebrities. Και πολύ περισσότερο, όταν η αντίδραση σε αυτό είναι, ότι τον προτιμάμε, διότι μιλάει, όπως εμείς. Πέραν φυσικά του ότι δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες, ούτε φυσικά είναι ίδια η θέση και οι απαιτήσεις που αυτή έχει, ακόμα και στη δική μας καθημερινότητα και τη φιλική συζήτηση υπάρχουν όρια. Ούτε εκεί είναι ωραίο και ευπρεπές, να εκφράζεσαι με αυτόν τον τρόπο. Όμως αυτό το χύμα και η παντελής απουσία αξιοπρέπειας και ευπρέπειας θεωρείται αντισυστημική και μάγκικη. Πλήρης απώλεια προσανατολισμού και μάλιστα στοιχειώδους.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουμε προαναφέρει, δε θα πρέπει, να μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτό ούτε τα όσα συμβαίνουν δεξιά και αριστερά. Κάποια στιγμή θα πρέπει, να ξυπνήσουμε όμως και να πάψουμε, να μασάμε το κουτόχορτο που μας ταΐζουν. Μπορεί, να φαίνεται, ότι διεκδικούμε εν τέλει το αυτονόητο, αλλά θα πρέπει, να το κάνουμε αυτό. Δε γίνεται αλλιώς.
Για να το κάνουμε λίγο πιο απλό, θα ήταν χρήσιμο, να αρχίσουμε να αναζητάμε αυτό που διαπιστώνουμε, ότι λείπει και να αρχίσουμε από την ευπρέπεια. Ίσως, αν αυτή επιστρέψει, να ανέβουν και γενικότερα οι απαιτήσεις που έχουμε από όσους διεκδικούν την προσοχή και πολύ περισσότερο την ψήφο μας.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis(www.anplegal.gr).