«Στα δώδεκα αποφασίζει μόνο του». Η φράση κυκλοφορεί σε προαύλια σχολείων, σε ομάδες γονιών στα social media και σε οικογενειακά τραπέζια, συνήθως με απόλυτη βεβαιότητα. Πρόκειται όμως για μύθο. Ο ελληνικός νόμος δεν ορίζει καμία ηλικία στην οποία το παιδί «διαλέγει» γονιό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η γνώμη του δεν μετρά. Μετρά, και μάλιστα όλο και περισσότερο. Απλώς δεν λειτουργεί σαν ψήφος που κλείνει την υπόθεση.
Τι λέει πραγματικά ο νόμος
Το άρθρο 1511 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι, ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού, η γνώμη του πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση για τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του. Το κριτήριο είναι η ωριμότητα, όχι η ηλικία. Ένα δεκάχρονο παιδί μπορεί να εκφράζει σκέψεις πιο ώριμες από έναν δεκατετράχρονο έφηβο, και το αντίστροφο.
Η λέξη «συνεκτιμάται», ωστόσο, έχει βάρος. Ο νόμος ζητά από τον δικαστή να ακούσει το παιδί, όχι να εκτελέσει την επιθυμία του. Η τελική κρίση στηρίζεται στο βέλτιστο συμφέρον του, το οποίο κατά το ίδιο άρθρο εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονιών στην ανατροφή του.
Πώς ακούγεται το παιδί
Στην πράξη, το παιδί δεν καλείται να καταθέσει σαν μάρτυρας στο ακροατήριο, απέναντι στους γονείς του. Συχνά ο δικαστής το ακούει στο γραφείο του, χωρίς γονείς και δικηγόρους, ή αξιοποιεί έκθεση κοινωνικής υπηρεσίας ή ψυχολόγου. Ο τρόπος έχει σημασία, γιατί ένα παιδί που νιώθει ότι πρέπει να «διαλέξει» φορτώνεται ένα βάρος που δεν του αναλογεί.
Ο νέος Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ν. 5344/2026), που δημοσιεύθηκε στις 16 Οκτωβρίου, προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Από την 1η Μαρτίου 2027, οπότε αρχίζουν να εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις για τη διαμεσολάβηση, η οικογενειακή διαμεσολάβηση θα περιλαμβάνει (άρθρο 94) αυτοτελή, κατ' ιδίαν συνεδρία με το ανήλικο παιδί, με τον εύγλωττο τίτλο «Φωνή του Παιδιού». Η συμμετοχή του παιδιού δεν είναι υποχρεωτική.
Η λογική της ρύθμισης είναι απλή. Οι ανάγκες του παιδιού ακούγονται πριν οι γονείς καταλήξουν σε συμφωνία, χωρίς όμως να μεταφέρεται σε αυτό η ευθύνη της απόφασης.
Επιθυμία και συμφέρον δεν ταυτίζονται
Ένας έφηβος μπορεί να θέλει να μείνει με τον γονιό που βάζει λιγότερους κανόνες ή αφήνει περισσότερη ώρα στο κινητό. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί να λέει ό,τι πιστεύει ότι θα ευχαριστήσει τον γονιό με τον οποίο ζει. Ο δικαστής καλείται να ξεχωρίσει τη γνήσια επιθυμία από την πίεση, την αφοσίωση ή μια στιγμιαία δυσαρέσκεια.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν η γνώμη του παιδιού μοιάζει «κατασκευασμένη». Ένα παιδί που επαναλαμβάνει φράσεις ενηλίκων ή απορρίπτει απότομα τον έναν γονιό χωρίς πραγματική αιτία μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε πραγματογνωμοσύνη. Ο νόμος, άλλωστε, συνεκτιμά ρητά την ικανότητα και την πρόθεση κάθε γονιού να σέβεται τα δικαιώματα του άλλου. Όποιος στρατολογεί το παιδί στη διαμάχη συχνά βλάπτει πρώτα τη δική του θέση.
Όσο το παιδί μεγαλώνει, πάντως, η γνώμη του αποκτά στην πράξη όλο και μεγαλύτερο βάρος. Μια ρύθμιση που ένας δεκαεξάχρονος απορρίπτει κατηγορηματικά είναι δύσκολο να εφαρμοστεί, και τα δικαστήρια το γνωρίζουν.
Να ακούμε, όχι να ζητάμε να διαλέξει
Η καλύτερη υπηρεσία που μπορούν να κάνουν οι γονείς στο παιδί τους είναι να μην του ζητήσουν ποτέ να διαλέξει. Μπορούν να το ρωτούν πώς νιώθει, τι του λείπει, τι θα ήθελε να αλλάξει. Η απόφαση όμως ανήκει στους μεγάλους, είτε στους ίδιους με μια συμφωνία είτε στον δικαστή.
Το παιδί δικαιούται να ακουστεί. Δεν δικαιούται να σηκώνει μόνο του το βάρος ενός χωρισμού.
* Το familylawyer.gr εξειδικεύεται στο οικογενειακό δίκαιο. Χειρίζεται υποθέσεις επιμέλειας, γονικής μέριμνας, επικοινωνίας και διατροφής παιδιών.