Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Συνεπιμέλεια στην πράξη: Πέντε χρόνια μετά, το συμφέρον του παιδιού δεν μετριέται με ίσο χρόνο

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του ν. 4800/2021, το πραγματικό διακύβευμα δεν βρίσκεται πια στο κείμενο του νόμου, αλλά στην καθημερινότητα: στο αν δύο άνθρωποι που χώρισαν μπορούν ακόμη να σηκώσουν ο ένας το τηλέφωνο στον άλλον για χάρη του παιδιού τους.

*Της Ευαγγελίας Αργυρίου - www.familylawyer.gr

Θυμάμαι μια υπόθεση όπου ο δικαστής, αντί να σταθεί στους μεγάλους χαρακτηρισμούς που εκτοξεύονταν από τη μία και την άλλη πλευρά, άρχισε να ρωτάει τα πιο απλά, καθημερινά πράγματα. Μιλάνε οι γονείς μεταξύ τους; Όταν αρρώστησε το παιδί, ποιος ειδοποίησε τον άλλο γονέα; Πήρε κανείς τηλέφωνο, και αν ναι, απάντησε ο άλλος;

Οι ερωτήσεις έμοιαζαν αφοπλιστικά απλές μέσα στη βαρύτητα της αίθουσας. Κι όμως, μέσα από αυτές, και όχι μέσα από τα δικόγραφα, φάνηκε ποιος πραγματικά επιχειρούσε να επικοινωνήσει και ποιος είχε αποφασίσει εκ των προτέρων να υψώσει τοίχο. Η σκηνή αυτή λέει για τη συνεπιμέλεια περισσότερα από όσα λέει ο ίδιος ο νόμος. Πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του ν. 4800/2021, το πραγματικό διακύβευμα δεν βρίσκεται πια στο κείμενο του νόμου, αλλά στην καθημερινότητα: στο αν δύο άνθρωποι που χώρισαν μπορούν ακόμη να σηκώσουν ο ένας το τηλέφωνο στον άλλον για χάρη του παιδιού τους.

euaggelia.jpg

 

Από τη θεωρία στην πράξη

Τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ισότητα των γονέων και στο δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί ουσιαστική σχέση και με τους δύο. Σήμερα η νομολογία φαίνεται να έχει μετακινηθεί σε μια πιο ώριμη προσέγγιση: η συνεπιμέλεια δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός, αλλά ως εργαλείο που πρέπει να υπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν οι γονείς είναι τυπικά ίσοι, αλλά αν το συγκεκριμένο σχήμα μπορεί πράγματι να λειτουργήσει στη ζωή του συγκεκριμένου παιδιού. Η εμπειρία έδειξε ότι η ισότητα των γονέων δεν ταυτίζεται απαραίτητα με μαθηματική ισότητα χρόνου, ενώ η εναλλασσόμενη διαμονή δεν είναι πάντοτε εφικτή ή ωφέλιμη, ιδίως όταν υπάρχει μεγάλη γεωγραφική απόσταση, έντονη αντιδικία ή συνεχής εργαλειοποίηση του παιδιού.

Τι λέει πραγματικά η νομολογία

Η ίδια η νομολογία είναι πιο σύνθετη από όσο συχνά παρουσιάζεται.

Αυτό που παραμένει πάγιο είναι ότι γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου, όπως κρίνεται σε κάθε περίπτωση χωριστά και όχι αφηρημένα. Πρόκειται για αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, που εξειδικεύεται κάθε φορά από το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά δεδομένα: την ηλικία του παιδιού, το σχολείο του, τη σταθερότητα της καθημερινότητάς του, τη σχέση του με κάθε γονέα, την απόσταση των κατοικιών και τον βαθμό σύγκρουσης. Παράλληλα, η νεότερη νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας (βλ. ενδεικτικά ΜονΕφΑθ 4627/2025) αναδεικνύει ότι, για να λειτουργήσει ένα σχήμα χρονικά κατανεμημένης επιμέλειας, απαιτείται μια ελάχιστη δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ των γονέων.

Η αδυναμία συνεννόησης και η επιφύλαξη του δικαστή

Η αδυναμία συνεννόησης των γονέων δεν αντιμετωπίζεται από τον δικαστή ως ουδέτερο, δεδομένο γεγονός, αλλά με επιφύλαξη — και πολύ σωστά. Γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες ο ένας γονέας δεν συνεννοείται επίτηδες: δεν απαντά στα μηνύματα, δεν συνεργάζεται για τα πιο απλά πράγματα, και στη συνέχεια επικαλείται ακριβώς αυτή την έλλειψη επικοινωνίας ως επιχείρημα. Αν η αδυναμία επικοινωνίας ανταμειβόταν μηχανικά με αποκλεισμό του άλλου γονέα, θα φτάναμε στο παράδοξο να επιβραβεύεται όποιος μποϊκοτάρει συστηματικά τη συνεννόηση.

Υπάρχει όμως και η άλλη όψη. Η αδυναμία συνεννόησης δεν σημαίνει πάντοτε ότι κάποιος ενεργεί κακόπιστα ή ότι ο ένας γονέας είναι «τοξικός». Πολλές φορές το χάσμα στη νοοτροπία και στις αξίες ήταν εξαρχής ο λόγος που χώρισαν· είναι λογικό δύο άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να συνυπάρξουν ως ζευγάρι να δυσκολεύονται και ως γονείς. Γι’ αυτό ο δικαστής δεν αρκείται στη διαπίστωση ότι «οι γονείς δεν μιλούν»· προσπαθεί να καταλάβει γιατί δεν μιλούν, ποιος κλείνει την πόρτα και ποιος προσπαθεί να την κρατήσει ανοιχτή.

Δύο αντίθετες αλήθειες

Στις οικογενειακές διαφορές, ο δικαστής σπάνια έχει μπροστά του μία καθαρή εικόνα· συνήθως έχει δύο γονείς που παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πραγματικότητας. Δεν καλείται να επιβραβεύσει τον πιο πειστικό ούτε να τιμωρήσει τον πιο συγκρουσιακό, αλλά να διαγνώσει τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή του παιδιού. Γι’ αυτό η κρίση του δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε χαρακτηρισμούς. Λέξεις όπως «τοξικός» ή «αποξενωτικός» αποκτούν βαρύτητα μόνο όταν συνοδεύονται από συγκεκριμένα περιστατικά. Σημασία έχει αν πρόκειται για μεμονωμένο επεισόδιο ή για επαναλαμβανόμενο μοτίβο, και κυρίως ποιος γονέας διευκολύνει στην πράξη τη σχέση του παιδιού με τον άλλον και ποιος την υπονομεύει.

Ούτε βραβείο ούτε κύρωση

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της νομολογιακής εφαρμογής είναι ότι η συνεπιμέλεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως βραβείο για τον «καλό» γονέα ούτε ως κύρωση για τον «δύσκολο». Το δικαστήριο δεν κρίνει πρωτίστως ποιος έχει περισσότερο δίκιο, αλλά ποια ρύθμιση θα επιτρέψει στο παιδί να ζήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια, σταθερότητα και ψυχική ηρεμία. Έτσι, ακόμη και όταν και οι δύο γονείς αγαπούν πραγματικά το παιδί, η δικαστική λύση μπορεί να μην είναι απόλυτα ισόχρονη· συχνά είναι πιο ευέλικτη, δίνοντας έμφαση σε ό,τι κρατάει σταθερό τον κόσμο του παιδιού.

Πότε λειτουργεί τελικά

Πέντε χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν η συνεπιμέλεια είναι καλή ή κακή, αλλά πότε λειτουργεί και πότε όχι. Λειτουργεί όταν οι γονείς μπορούν, έστω και δύσκολα, να συνεργαστούν και να διαχωρίσουν την προσωπική τους σύγκρουση από τον γονεϊκό τους ρόλο. Σταματά να λειτουργεί τη στιγμή που μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου, εκδίκησης ή παράτασης της διαμάχης. Η δικαστική κρίση, επομένως, δεν μπορεί να είναι τυπική· πρέπει να κοιτάζει πίσω από τις κατηγορίες και πίσω από την εικόνα που κάθε πλευρά προσπαθεί να παρουσιάσει. Τα δικαστήρια φαίνεται πλέον να αναζητούν λιγότερο την αριθμητική ισότητα και περισσότερο μια λειτουργική ισορροπία: όχι ποιος γονέας θα «κερδίσει» περισσότερο χρόνο, αλλά ποιο σχήμα θα δώσει στο παιδί ασφάλεια, συνέχεια και ουσιαστική σχέση και με τους δύο.

Γιατί τελικά, το συμφέρον του παιδιού δεν μετριέται με ημέρες. Μετριέται με σταθερότητα, φροντίδα, συναισθηματική ασφάλεια και την πραγματική δυνατότητα του παιδιού να μεγαλώνει χωρίς να γίνεται μέρος της αντιδικίας των γονέων του.

* Η Ευαγγελία Αργυρίου είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης, με ενασχόληση σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, επιμέλειας, συνεπιμέλειας, διατροφής και επικοινωνίας γονέων με ανήλικα τέκνα. Μέσα από το familylawyer.gr παρέχει ενημέρωση και νομική υποστήριξη σε ζητήματα οικογενειακών διαφορών. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τελικός Μουντιάλ 2026: Η πίστη στο υπερβατικό Vs η αποθέωση του εφικτού
Ο ημιτελικός της Αργεντινής με την Αγγλία, ένα ματσάρισμα που είναι καταδικασμένο να προκαλεί πάθη μέχρι το τέλος του κόσμου και λίγο παραπέρα, ήταν...
Τελικός Μουντιάλ 2026: Η πίστη στο υπερβατικό Vs η αποθέωση του εφικτού