Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Μέσα στην απόλυτη μαυρίλα, στην οποία ζούμε, είναι ορισμένοι άνθρωποι που βγαίνουν μπροστά και λένε μια κουβέντα και σε βγάζουν στο φως. Σου δίνουν ελπίδες, ρε παιδάκι μου στο τέλος-τέλος.
Ξεκινάω για άλλη μια φορά από το αγαπημένο μου άθλημα και πηγαίνω στην εθνική ομάδα κορασίδων. Που χωρίς πολλές φανφάρες και μεγαλοστομίες έφερε ακόμα ένα χρυσό μετάλλιο στο φετινό ευρωπαϊκό πρωτάθλημα εθνικών ομάδων. Στις μικρές ηλικίες παραδοσιακά πηγαίνουμε καλά, άλλωστε.
Αναμφίβολα, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να βλέπει κανείς τα νιάτα, να επιδεικνύουν πάθος και αυταπάρνηση και να πετυχαίνουν. Ούτως ή άλλως η ζωή τους είναι μπροστά.
Στην ομάδα αυτή μετείχε ένα κορίτσι που δεν έχει τη φτιαξιά της παραδοσιακής ελληνοπούλας, καθώς έλκει, όπως άλλωστε και ο τεράστιος Γιάννης, την καταγωγή της από τη Νιγηρία. Μεγάλωσε όμως εδώ και φαίνεται, ότι την αγάπησε τη χώρα μας και αποφάσισε, να αγωνιστεί με τα γαλανόλευκα. Κατά τη δική μου γνώμη, η επιλογή αυτή αποτελεί τιμή για τη χώρα που επιλέγεται. Διότι, κατεβαίνεις στο τέλος-τέλος με την ομάδα της χώρας που διαλέγεις και όχι αυτής, της οποίας αυτόματα και χωρίς δική σου παρεμβολή φέρεις την ιθαγένεια.
Προφανώς και αναφέρομαι στη Λίσα Ιτόγια, η οποία ήταν από τις διακριθείσες της διοργάνωσης και βοήθησε σημαντικά. Βρέθηκαν όμως και πάλι ορισμένοι -τον εικοστό πρώτο αιώνα, άκουσον-άκουσον, να σχολιάσουν και να πουν, ότι δε δικαιούται και δεν της αξίζει, να φοράει το δικό μας εθνόσημο.
Αναρωτιέσαι λοιπόν: είναι δυνατό, να κάνουμε τέτοιες κουβέντες αυτήν την εποχή; Και δυστυχώς απογοητεύεσαι. Είναι αδιανόητο, να εκφράζεις τέτοιου τύπου μίσος απέναντι σε οποιονδήποτε άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο σε ένα παιδί. Ένα παιδί που εδώ μεγάλωσε, εδώ μορφώθηκε και επέλεξε, όπως λέει, να παίξει στην ομάδα της χώρας που ονομάζει «σπίτι της». Και πάρα πολύ καλά κάνει.
Είχε το σθένος, να βγει μπροστά και να πει, ότι παρά το γεγονός, ότι οι μισοί συμπατριώτες της θεωρούν, ότι δε θα έπρεπε να αγωνίζεται για την Ελλάδα, εκείνη θα συνεχίσει, να παλεύει και να προσπαθεί. Μεγάλη ανωτερότητα από ένα νέο άνθρωπο που το αίμα του βράζει, ούτως ή άλλως.
Πολλά έχουμε, να μάθουμε από την κοπελιά αυτή, εμείς οι μεγαλύτεροι και πολλά περισσότερα οι ανεγκέφαλοι που καταφέρονται εναντίον της. Μακάρι, να είχαν τη μισή της ωριμότητα και αξιοπρέπεια.
Τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά και στο παρελθόν. Απογοητευτικά ήταν και τότε και το ίδιο παραμένουν και σήμερα.
Εκεί λοιπόν που κάθεσαι και τα βλέπεις αυτά και δεν μπορείς, να αποδεχτείς όλη αυτή την αηδία και τον εμετό, εμφανίζονται ορισμένοι άνθρωποι που αποφασίζουν, να βγουν μπροστά και να αντιδράσουν. Ήπια και αυτοί, όπως η Λίσα και με την ίδια ανωτερότητα. Χωρίς αλαλαγμούς, υστερίες, ύβρεις και σκοταδισμό, όπως το κάνουν οι πραγματικά ανεγκέφαλοι που προαναφέραμε.
Πρώτα θα αναφέρω το μεγάλο σκιτσογράφο Αρκά, ο οποίος για τη δική μου σειρά και ηλικία είναι πάρα πολύ ψηλά. Βγήκε λοιπόν και έκανε ένα καταπληκτικό σκίτσο της Λίσα με φόντο τη γαλανόλευκη και έγραψε μία λεζάντα που λέει, ότι το γαλανόλευκο πάει με όλα τα χρώματα, εκτός από το μαύρο του ρατσισμού. Γεια σου, ρε Αρκά μεγάλε.
Τί μπορείς να πεις εδώ; Απλά, ότι ο άνθρωπος έγραψε. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Και εκεί που λες, ωραία φτιαχτήκαμε τώρα, έρχεται ο τρισμέγιστος Νικ. Ο θεός του αθλήματος. Είδα σε αναπαραγωγή μία ανάρτηση, στην οποία ο γκάνγκστερ λέει, ότι στηρίζουμε τα αγόρια και τα κορίτσια που ιδρώνουν τα γαλανόλευκα που είναι τα μόνα χρώματα που υπάρχουν για τις εθνικές ομάδες. Να πούμε εδώ, ότι, όταν ξεκινούσε και εκείνος, πολλοί αμφισβητούσαν την «ελληνικότητά» του. Εντός των τειχών, σημειώνω. Άλλο, αν στη συνέχεια, λατρεύτηκε όσο λίγοι και αυτό εξακολουθεί, να ισχύει και σήμερα. Δεν έχω εδώ, να προσθέσω κάτι, πέραν αυτού που αναφέρει αυτός που αναπαρήγαγε την ανάρτηση που είδα. Ότι, όταν μιλάει ο θεός, οι υπόλοιποι πρέπει, να σιωπούν.
Είναι σημαντικό λοιπόν, οι άνθρωποι που είναι γνωστοί, δημοφιλείς και χαίρουν κάποιας εκτίμησης, να βγαίνουν και να κάνουν τέτοιες τοποθετήσεις. Πρωτίστως, για να καταστεί σαφές, ότι δε μας χαρακτηρίζουν ούτε μας εκφράζουν οι μισαλλόδοξοι ρατσιστές και τα παντός είδη φασιστοειδή. Επίσης, για να παίρνουμε κουράγιο εμείς οι υπόλοιποι που δεν αντέχουμε, να βλέπουμε αυτήν την κατάντια. Πάνω από όλα όμως, για αυτά τα παιδιά που ματώνουν, για να πετύχουν και να βρουν και μια χαραμάδα για μια καλύτερη ζωή και να απογοητεύονται. Είναι σπουδαίο, να βλέπεις, ότι ο καλύτερος σε αυτό που κάνεις σε στηρίζει και είναι στο πλάι σου.
Πάνω από όλα όμως, για να παραδειγματιστούμε οι υπόλοιποι που δεν είμαστε τόσο γνωστοί και σπουδαίοι και να αντιδράμε στην αηδία αυτού του είδους, όπου τη βρίσκουμε.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis(www.anplegal.gr).