Μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει γύρω από το θέμα της απαγόρευσης πρόσβασης στα social media σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών από τον Ιανουάριο του 2027, καθώς το μέτρο αναμένεται να φέρει αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν μεταξύ τους τα παιδιά μέσω διαδικτύου. Πώς αντιμετωπίζουν, όμως, τα ίδια την προοπτική αυτή και τι πιστεύουν ότι θα αλλάξει στην καθημερινότητά τους; Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» μίλησε με μαθητές της ΣΤ' Δημοτικού οι οποίοι καταθέτουν τις δικές τους απόψεις γύρω από το θέμα, με ορισμένους από αυτούς να εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους για το κατά πόσο το μέτρο της απαγόρευσης θα βοηθήσει ιδιαίτερα στον περιορισμό της πρόσβασής τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Χαρακτηριστική είναι η απάντηση της Αλεξάνδρας, η οποία στο άκουσμα της είδησης ότι από τη νέα χρονιά δεν θα έχει η ίδια πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναρωτήθηκε «πώς θα ζήσω εγώ χωρίς Instagram».
Για την Αλεξάνδρα, τα social media αποτελούν έναν τρόπο επικοινωνίας με φίλους που βρίσκονται μακριά, αλλά και ένα μέσο εκτόνωσης από τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Η ίδια εκφράζει τις επιφυλάξεις της για το κατά πόσο το μέτρο θα μπορέσει να αντιμετωπίσει φαινόμενα βίας:
«Κάποια παιδιά που ξέρουν γιατί να μην έχουν Instagram; Αν έχουν έναν φίλο που είναι σε άλλη πόλη και δεν έχει Viber πώς θα του μιλήσουν; Εγώ θα βάλω τον αδερφό μου να βάλει το πρόσωπό του, για να μπορώ να έχω πρόσβαση στα social media. Εγώ μιλάω με την κολλητή μου που είναι σε άλλη πόλη και στέλνουμε βίντεο η μία στην άλλη. Ένας λόγος για τον οποίο μπορεί ένα παιδί να μπαίνει στα social media, είναι για να χαλαρώσει από τις εντάσεις που υπάρχουν στο σπίτι. Δεν θα έχουμε λιγότερα συμβάντα με βία ακόμη κι αν απαγορεύσουν τα social media σε παιδιά της ηλικίας μας. Εμένα μου άρεσε που μιλάμε με την κολλητή μου στο TikTok και στέλνουμε αστεία βίντεο.»
Από την πλευρά του, ο Άγγελος αναγνωρίζει ότι η χρήση των social media μπορεί να κρύβει κινδύνους για τα παιδιά, ωστόσο θεωρεί ότι η απαγόρευση δεν είναι απαραίτητα η κατάλληλη λύση για όλες τις περιπτώσεις:
«Για κάποια πράγματα νομίζω είναι καλό για άλλα όχι. Ένα παιδί μπορεί να μην ξέρει πώς να χειριστεί κάποια πράγματα, και ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να του μιλήσει. Από την άλλη όμως είναι κακό, επειδή μπορεί τα παιδιά να θέλουν να μιλήσουν μεταξύ τους» είπε.
Στο ζήτημα της επαλήθευσης της ηλικίας και της δυνατότητας παράκαμψης των περιορισμών εστιάζει ο Ιάσωνας, ο οποίος εκτιμά ότι τα παιδιά θα μπορούσαν να βρουν τρόπους να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες:
«Στο TikTok αν δείξει κάποιος το πρόσωπο των γονιών του, τότε θα φαίνεται ότι είναι πάνω από 15 ετών, οπότε δεν έχει νόημα να του περιορίσουν την πρόσβαση. Ακόμη κι αν μιλάμε με τους φίλους μας μόνο μέσω κλήσης, μπορεί κάποιος να δώσει τον αριθμό μας σε κάποιον άγνωστο και να μας παίρνει τηλέφωνο, ενώ για να μας μιλήσει στο Facebook θα πρέπει πρώτα να τον έχουμε κάνει φίλο» τόνισε ο ανήλικος μαθητής.
Την πρόθεση των παιδιών να παρακάμψουν την απαγόρευση, εφόσον αυτή εφαρμοστεί, εκφράζει και ο Δημήτρης, ο οποίος αναφέρει ότι τα παιδιά θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τους λογαριασμούς των γονιών τους:
«Εγώ θα λέω στη μαμά μου να να μπαίνω από τον δικό τους λογαριασμό. Ακόμη και να κλείσουν τα social media εμείς θα βρούμε έναν τρόπο να μπαίνουμε» σχολίασε.
Ο Θοδωρής αναφέρεται στη διττή επίδραση των social media στην ψυχολογία των παιδιών, επισημαίνοντας ότι το περιεχόμενο που παρακολουθούν μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή τους, ενώ θεωρεί ότι θα έπρεπε να τεθούν περιορισμοί και στους μεγαλύτερους χρήστες:
«Αν κάποιος είναι λυπημένος μπορεί να δει σχόλια και να γελάσει, αλλά με κάποια βίντεο μπορεί να γίνει και πιο λυπημένος. Κανονικά θα έπρεπε να απαγορεύεται στους λίγο πιο μεγάλους, επειδή αυτοί κάνουν όλες τις βλακείες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» είπε.
Η απαγόρευση της πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θέτει και το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερες διά ζώσης συναντήσεις μεταξύ των παιδιών. Ο Δημήτρης εξηγεί ότι τα social media αποτελούν ήδη το μέσο συνεννόησης για τις εξόδους τους:
«Έτσι βγαίνουμε βόλτες και συγκεντρωνόμαστε. Συνεννοούμαστε από τα social media και μπορούμε να βρεθούμε» είπε ενώ η Αλεξάνδρα έθεσε το ζήτημα της επικοινωνίας σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλος τρόπος συνεννόησης:
«Αν εγώ θέλω να βγω βόλτα με μια φίλη μου πώς θα τη βρω αν οι γονείς μας δεν έχουν ανταλλάξει τηλέφωνα; Πώς θα μπορέσω να επικοινωνήσω με τη φίλη μου;» διερωτήθηκε.
«Ένα μέτρο δεν μπορεί να φέρει τη λύση, χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση»
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε και με την ψυχολόγο – ψυχοθεραπεύτρια της ΕΠΑΨΥ κ. Ίλια Χατζή η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «ένα μέτρο δεν μπορεί να φέρει τη λύση, χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση».
«Εμείς συμφωνούμε με το μέτρο, γιατί θα λειτουργήσει ως εργαλείο προστασίας που περιορίζει την πρόσβαση των ανηλίκων, και υποχρεώνει τις πλατφόρμες να αναλάβουν ευθύνη. Ένα μέτρο όμως, σίγουρα δεν μπορεί να σταθεί από μόνο του.
Για να λειτουργήσει θα πρέπει ταυτόχρονα να υπάρξουν κι άλλες προϋποθέσεις. Αν θέλουμε να έχουμε αποτελεσματικότητα θα πρέπει ταυτόχρονα να υπάρχει συμμετοχή της οικογένειας στη ζωή των εφήβων και στήριξη του εκπαιδευτικού συστήματος. Όταν ένας έφηβος χρησιμοποιεί τα social media, μπορεί να το κάνει για διασκέδαση αλλά καλύπτονται και βασικές ανάγκες τους όπως για παράδειγμα το να δημιουργήσει τη δική του ταυτότητα. Ο έφηβος μέσα από εκεί βλέπει προσωπικότητες και δημιουργεί δικά του πρότυπα. Πρέπει να τον στηρίξουμε να βρει πρότυπα στο πραγματικό περιβάλλον, και ένα πρότυπο είναι ο γονέας. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο δεν πρέπει να είναι ένα σύστημα που βγάζει την ύλη διεκπεραιωτικά. Πρέπει να υπάρχει ψηφιακή εκπαίδευση για το τι σημαίνει να μπαίνουν σε μια πλατφόρμα τα παιδιά.»
Η ψυχολόγος προειδοποιεί, παράλληλα, ότι στην εφηβεία η επιβολή ενός αυστηρού περιορισμού μπορεί να λειτουργήσει αντίθετα από τον επιδιωκόμενο σκοπό, ενισχύοντας την επιθυμία των παιδιών να τον παρακάμψουν:
«Στην εφηβεία ένα αυστηρό μέτρο μπορεί να λειτουργήσει προκλητικά γι' αυτούς, για να κάνουν κάτι "παράνομο".»
Αναφορικά με το ενδεχόμενο η καθολική απαγόρευση να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, η κ. Χατζή υπογραμμίζει ότι η ανάγκη των εφήβων να χρησιμοποιούν τα social media θα πρέπει να γίνει κατανοητή, προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική παρέμβαση:
«Μπορεί όντως ένας έφηβος να δημιουργήσει ψεύτικο προφίλ για να μπει. Όσοι ασχολούμαστε με εφήβους πρέπει να αφουγκραστούμε την ανάγκη που τους οδηγεί στο να θέλουν να κάνουν κάτι παράνομο, γιατί να θέλουν να μπουν στα socialmedia και τι κερδίζουν από εκεί. Ένα μέτρο δεν μπορεί να φέρει τη λύση, χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση.»
Σχετικά με το κατά πόσο υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να δείχνουν ότι η απαγόρευση θα περιορίσει φαινόμενα όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η ψυχολόγος σημειώνει ότι ο περιορισμός της πρόσβασης μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά, αναδεικνύοντας παράλληλα τον ρόλο των γονέων και της ψηφιακής εκπαίδευσης:
«Σίγουρα η μη εύκολη και άμεση πρόσβαση θα προστατεύσει έναν έφηβο από τέτοιους κινδύνους. Ο ρόλος του γονέα όμως είναι πολύ σημαντικός, αφού το παιδί μπορεί να πάρει το κινητό του και να εκτεθεί σε ακατάλληλο περιεχόμενο. Το σημαντικό είναι το ότι σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το 17% των παιδιών 11-15 ετών έχουν υπάρξει θύματα διαδικτυακής παρενόχλησης. Ίσως το χρονικό διάστημα μέχρι να γίνει 15 ετών να μην είναι ένα κενό διάστημα, αλλά να υπάρχει μια ψηφιακή παιδεία.»
Τέλος, αναφερόμενη στο καταλληλότερο μέτρο που θα μπορούσε να έχει άμεσα αποτελέσματα, η Χαντζή επισημαίνει ότι η απαγόρευση θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο στήριξης των εφήβων και του περιβάλλοντός τους:
«Μπορεί να υπάρξει ένα μέτρο απαγόρευσης αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να σταθεί από μόνο του το μέτρο. Θα πρέπει να υπάρχουν κι άλλες προϋποθέσεις που είναι στο περιβάλλον του εφήβου. Εμείς θεωρούμε ότι υπάρχουν ακόμη ανάγκες των γονέων αλλά και του συστήματος και των εφήβων που χρειάζονται στήριξη.»