Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΖΟΥΦΗ
Σε φάση δυναμικού μετασχηματισμού βρίσκεται η αγορά εργασίας. Δημογραφικό, πράσινη μετάβαση, ψηφιακός μετασχηματισμός και «οικονομία της εμπειρίας» αναμένεται να αλλάξουν τη ζήτηση για επαγγέλματα και δεξιότητες, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη και με τη μεγάλη ανάγκη αντικατάστασης εργαζομένων που αποχωρούν. Παράλληλα, διαρκής κατάρτιση θα αποτελέσει «κλειδί» για τους εργαζόμενους της επόμενης δεκαετίας.
Με αφορμή την τελευταία μελέτη «Skills Forecast» που καταρτίζει το Cedefop για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, το «ΤyposThes» ζήτησε από τον δρ Ηλία Λιβανό, εμπειρογνώμονα σε θέματα δεξιοτήτων και εργασίας του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop), να σχολιάσει τα στοιχεία που αφορούν πιο συγκεκριμένα την Ελλάδα.
Η κυλιόμενη μελέτη «Προβλέψεις Δεξιοτήτων του Μέλλοντος - Skills Forecast» γίνεται εδώ και 20 χρόνια στο Cedefop, τον οργανισμό της ΕΕ, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, με στόχο να παρέχει συγκριτικές αναλύσεις για τα κράτη μέλη της ΕΕ, χωρίς να αντικαθιστά τις εθνικές προβλέψεις κάθε χώρας. Στην ουσία πραγματοποιούνται προβλέψεις για τις τάσεις των τομέων οικονομικής δραστηριότητας και των επαγγελμάτων, με ορίζοντα 10-15 ετών.
Δίνοντας το στίγμα της εικόνας που επικρατεί σήμερα στην αγορά εργασίας συγκριτικά με προηγούμενες δεκαετίες, ο κ. Λιβανός τονίζει ότι η αγορά εργασίας μετασχηματίζεται δυναμικά και αναδεικνύονται νέες τάσεις, ενώ υπάρχει και πολύ μεγαλύτερη αβεβαιότητα, η οποία προκαλείται λόγω μιας σειράς παραγόντων, όπως η υγειονομική κρίση του Covid, οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά και οι εξελίξεις στο τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης που κανείς δε μπορεί σήμερα να ξέρει τι μπορεί να φέρουν στο μέλλον.
Όταν κοιτάμε παρόλα αυτά τα αποτελέσματα της μελέτες βλέπουμε ότι μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε σε 4 μεγάλες τάσεις, 4 «mega trends», προσθέτει ο ίδιος.
Το δημογραφικό και η «Μεγάλη Συνταξιοδότηση»
Το δημογραφικό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα και μάλιστα αν και το ακούμε συνέχεια μάλλον δεν έχουμε καταλάβει ακριβώς την έκτασή του και ποια θα είναι η επίπτωση στην αγορά εργασίας.
Το ηλικιακό δυναμικό μεταξύ 25-55 ετών αρχίζει και μειώνεται, ενώ αντίστοιχα αυξάνονται οι ηλικιωμένοι και τα άτομα κοντά στη συνταξιοδότηση. Ταυτόχρονα μικραίνει η «δεξαμενή» των νέων.
Αυτό δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα με πολλές επεκτάσεις, τονίζει ο κ. Λιβανός, ο οποίος χρησιμοποιεί την εικόνα μιας σβούρας για να περιγράψει την εξέλιξη.
Το μεσαίο τμήμα, μιας σβούρας πρέπει να είναι πιο φαρδύ και το επάνω και κάτω μέρος της πιο λεπτά.
Έτσι πρέπει να είναι και το εργατικό δυναμικό. Στο κάτω μέρος πρέπει να είναι οι ηλικιωμένοι και στο επάνω μέρος οι νέοι.
Όσο οδεύουμε προς το 2035, όμως, το μεσαίο κομμάτι, εκεί όπου βρίσκεται ο βασικός όγκος του εργατικού δυναμικού, γίνεται πιο λεπτό, το κάτω κομμάτι, δηλαδή οι ηλικιωμένοι διευρύνεται και οι νέοι, το επάνω κομμάτι, συνεχίζει και μειώνεται. Αυτό για μια σβούρα δεν είναι καλό.
Επίσης, το 2035 χαρακτηρίζεται ώς το έτος της «Μεγάλης Συνταξιοδότησης», καθώς μέχρι τότε θα έχουν βγει στη σύνταξη όλα τα μέλη της γενιάς των baby boomers, δηλαδή όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1946 και 1964, δημιουργώντας ένα μεγάλο κενό στην αγορά εργασίας.
Αυτή η εξέλιξη θα αυξήσει σημαντικά τις ανάγκες αντικατάστασης και σε επαγγέλματα, όπως για παράδειγμα στους εκπαιδευτικούς.
Επίσης σε ότι αφορά την επίπτωση του δημογραφικού, αναμένεται να δούμε αύξηση στους τομείς της υγείας και της κοινωνικής φροντίδας την επόμενη δεκαετία, ακριβώς επειδή θα χρειάζονται περισσότεροι άνθρωποι για τη φροντίδα των ηλικιωμένων.
Οι νέες θέσεις εργασίας στον συγκεκριμένο χώρο εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 10% έως το 2035, ενώ αύξηση 44%, αναμένεται στους εργαζόμενους προσωπικής φροντίδας.
Συγκεκριμένα, η ζήτηση δεν περιορίζεται στους επαγγελματίες υγείας, αλλά επεκτείνεται σε νέα επαγγέλματα, όπως προσωπικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες, από τη φροντίδα στο σπίτι έως τη βοήθεια σε καθημερινές υποθέσεις για ηλικιωμένους, π.χ. τις συντάξεις κλπ.
Στους εργαζόμενους προσωπικών υπηρεσιών, η ζήτηση αντικατάστασης, δηλαδή η ανάγκη να καλυφθούν οι θέσεις εργαζομένων που αποχωρούν, κυρίως λόγω συνταξιοδότησης, αντιστοιχεί στο 12,5% της συνολικής ζήτησης αντικατάστασης όλων των επαγγελμάτων, γεγονός που σημαίνει ότι θα χρειαστεί να αντικατασταθεί σημαντικός αριθμός εργαζομένων σε αυτόν τον τομέα. Αν συνυπολογίσουμε ότι πρόκειται για επαγγέλματα που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες ως προς τις συνθήκες εργασίας, τα ωράρια και τις αμοιβές, τότε το πρόβλημα αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο.
Η πράσινη μετάβαση φέρνει νέες ειδικότητες
Η δεύτερη μεγάλη τάση που διαμορφώνει την αγορά εργασίας αφορά την πράσινη μετάβαση. Προέρχεται από τη στροφή προς τη βιωσιμότητα και, ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνδέεται με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η οποία προβλέπει σειρά δράσεων για τη μείωση των ρύπων και την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Αυτή η μετάβαση θα επηρεάσει άμεσα τη ζήτηση για επαγγέλματα και δεξιότητες τα επόμενα χρόνια, καθώς σταδιακά απομακρυνόμαστε από τους πιο ρυπογόνους τομείς και στρεφόμαστε σε καθαρότερες τεχνολογίες. Ήδη βλέπουμε ότι τομείς όπως το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και ο κλιματισμός αναμένεται να παρουσιάσουν αύξηση σχεδόν 30% στις νέες θέσεις εργασίας, ενώ στις κατασκευές προβλέπεται αύξηση περίπου 12%, κυρίως λόγω έργων όπως οι βιοκλιματικές ανακαινίσεις. Αυτό σημαίνει επίσης αυξημένη ζήτηση για ηλεκτρολόγους, ηλεκτρονικούς, τεχνίτες κλπ. Αλλά θα υπάρξει αύξηση και σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, σε επιστήμονες, μηχανικούς, άτομα που ασχολούνται με την έρευνα και τεχνολογία γύρω από τις καθαρές μορφές ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, στη γεωργία συνεχίζεται η συρρίκνωση του κλάδου, όμως επειδή πρόκειται για έναν γερασμένο κλάδο, θα υπάρξει μεγάλη ανάγκη αντικατάστασης όσων αποχωρούν. Οι νέοι αγρότες δεν θα αρκεί πλέον να γνωρίζουν μόνο τις παραδοσιακές πρακτικές, θα πρέπει να είναι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες, να διαθέτουν ψηφιακές και επιχειρηματικές δεξιότητες και, συνολικά, ένα πολύ ευρύτερο φάσμα γνώσεων από ό,τι στο παρελθόν, σύμφωνα με τον κ. Λιβανό.
Ψηφιακός μετασχηματισμός: Η AI δεν σημαίνει αυτομάτως λιγότερες δουλειές
Η τρίτη τάση είναι αυτή που προκαλεί ίσως τη μεγαλύτερη συζήτηση, καθώς έχει να κάνει με την αυτοματοποίηση, τη ψηφιοποίηση και την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η εικόνα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη από το καταστροφολογικό σενάριο μιας μαζικής εξαφάνισης επαγγελμάτων.
Εξάλλου, παλαιότερες, απαισιόδοξες προβλέψεις για πλήρη αυτοματοποίηση του 50% των επαγγελμάτων δεν επιβεβαιώθηκαν. Η τεχνολογία είναι πιθανότερο να αυτοματοποιήσει επιμέρους εργασίες μέσα σε ένα επάγγελμα παρά να εξαφανίσει ολόκληρο το επάγγελμα.
Η πληροφορική αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά την ταχεία ανάπτυξη της AI, η ζήτηση για εργαζομένους στον κλάδο αναμένεται να παραμείνει ισχυρή. Το Cedefop καταγράφει την πληροφορική και τις επικοινωνίες μεταξύ των δραστηριοτήτων με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, ενώ στην Ελλάδα οι δυσκολίες εύρεσης κατάλληλου προσωπικού αποτελούν ήδη σημαντικό ζήτημα.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και τη φυγή ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό, τις διαφορές στις αμοιβές στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες και τη δυνατότητα που έχει, πλέον, ένας εργαζόμενος να εργάζεται στην Ελλάδα, εξ αποστάσεως, για επιχείρηση άλλης χώρας.
Όλα αυτά εντείνουν το πρόβλημα εξεύρεσης κατάλληλους προσωπικού. Έτσι μπορεί ο τομέας να επηρεάζεται από την ΤΝ, ωστόσο πάντα κάποιος πρέπει να κάνει επίβλεψη και να κρίνει αν αυτό που «βγάζε»ι η ΤΝ είναι σωστό.
Ταυτόχρονα, η AI αναμένεται να πιέσει περισσότερο επαγγέλματα που περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενες εργασίες γραφείου ή τυποποιημένη εξυπηρέτηση πελατών. Εκεί η επανεκπαίδευση μπορεί να γίνει κρίσιμο εργαλείο για τη μετακίνηση εργαζομένων σε διαφορετικές δραστηριότητες.
Η αγορά εργασίας στον τομέα της πληροφορικής εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί κατά 13% ώς το 2035, συμπεριλαμβανομένων και των υποστηρικτικών επαγγελμάτων στις εταιρείες πληροφορικής.
Αύξηση στις νέες θέσεις εργασίας, σε συνδυασμό με μεγάλη ζήτηση αντικατάστασης, αναμένεται και στους υπαλλήλους πωλήσεων καθώς αναμένεται ανάπτυξη κατά 5% της αγοράς εργασίας στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο.
Από το μοντέλο των καταστημάτων πάμε στο back office, στο ηλεκτρονικό εμπόριο, λόγω μείωσης κόστους, μεταξύ άλλων. Σύμφωνα με τον κ. Λιβανό θα υπάρχει και μια ζήτηση για υπαλλήλους πωλήσεων καθώς πολλοί δεν θέλουν να εξυπηρετούνται από την ΤΝ, αλλά από άλλους ανθρώπους.
Από την κατανάλωση στην «οικονομία της εμπειρίας»
Το τέταρτο megatrend είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια οικονομία όπως η ελληνική. Αφορά τη λεγόμενη «οικονομία της εμπειρίας».
Η ιδέα είναι ότι ένα μέρος της κατανάλωσης μετατοπίζεται από την απόκτηση υλικών αγαθών προς εμπειρίες και αυτή η μετατόπιση δημιουργεί αντίστοιχη ζήτηση για εργαζομένους σε αυτούς τους τομείς.
«Βλέπουμε όλο και περισσότερο τον κόσμο να απομακρύνεται από το καταναλωτικό πρότυπο που ήταν κυρίαρχο τις προηγούμενες δεκαετίες και να στρέφεται στην αναζήτηση εμπειριών: στις τέχνες, στην ψυχαγωγία, στα ταξίδια, στα καταλύματα, στην εστίαση και σε υπηρεσίες που συνδέονται με τον ελεύθερο χρόνο. Αυτή η μετατόπιση δημιουργεί νέα ζήτηση για επαγγελματίες σε αυτούς τους τομείς», όπως επισημαίνει ο κ. Λιβανός.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι υπηρεσίες μεταφοράς φαγητού, όπου βλέπουμε σήμερα αρκετούς ανθρώπους να εγκαταλείπουν άλλες εργασίες και να ασχολούνται επαγγελματικά με αυτόν τον κλάδο. Παράλληλα, αναμένεται αύξηση και σε νομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και δημιουργικά επαγγέλματα, καθώς οι άνθρωποι αναζητούν διαφορετικούς τρόπους να αξιοποιήσουν τον χρόνο τους και να βελτιώσουν την καθημερινότητά τους.
Πιο συγκεκριμένα η αύξηση στις θέσεις εργασίας στις τέχνες και την ψυχαγωγία αναμένεται να είναι στο +34%, στους επαγγελματίες/βοηθούς σε νομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά επαγγέλματα στο +35%, ενώ άνοδος εκτιμάται ότι θα υπάρξει και στη ζήτηση για εργαζόμενους στα καταλύματα και την εστίαση (1,6%) και στους βοηθούς προετοιμασίας φαγητού (14,5%).
Συνολικά, η οικονομία της εμπειρίας διαμορφώνει έναν τέταρτο πόλο αλλαγής, ο οποίος θα επηρεάσει ουσιαστικά τη ζήτηση επαγγελμάτων τα επόμενα χρόνια.
Μεγάλο στοίχημα οι δεξιότητες και η διαρκής μάθηση
Όταν ρωτήσαμε τον κ. Λιβανό τι συμβουλή θα έδινε σε έναν νέο άνθρωπο, μας απάντησε ότι πρέπει να κατανοήσουμε, ειδικά στην Ελλάδα, ότι η εκπαίδευση δεν τελειώνει με την απόκτηση ενός πτυχίου.
Το πτυχίο δεν είναι παρά το πρώτο βήμα. «Όλοι μας θα πρέπει καθημερινά να μαθαίνουμε», αναφέρει, υπογραμμίζοντας τη σημασία της δια βίου μάθησης και της απόκτησης νέων δεξιοτήτων.
Ο ίδιος εκφράζει την άποψη ότι οι νέοι πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτα δεδομένο. Σε μια αγορά που γίνεται ολοένα πιο διεθνής, οι δεξιότητες πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο «μεταφέρσιμες», ώστε ένας εργαζόμενος να μπορεί να δραστηριοποιείται πέρα από τα στενά όρια μιας τοπικής αγοράς.
Να είναι δηλαδή απασχολήσιμος σε παγκόσμιο επίπεδο, οπουδήποτε από οπουδήποτε για οποιονδήποτε στο βαθμό πάντα του εφικτού, να μαθαίνει συνεχώς «γιατί τα πράγματα αλλάζουν και ή θα ακολουθήσουμε τις εξελίξεις ή θα μείνουμε πίσω».
Ο ίδιος αναφέρεται και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τονίζοντας ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να την εντάξουμε στην καθημερινότητα μας, στο καθημερινό μας «οπλοστάσιο», να τη δούμε σαν σύμμαχο.
Το ποιο επάγγελμα θα σημειώσει αύξηση στη ζήτηση τα επόμενα χρόνια είναι μια σημαντική παράμετρος όταν αποφασίζουμε τι θα κάνουμε στη ζωή μας, αλλά να μη ξεχνάμε ότι και για πιο παραδοσιακά επαγγέλματα θα υπάρξει ζήτηση, προσθέτει ο ίδιος, λόγω δημογραφικού και ανάγκης αντικατάστασης. Για παράδειγμα υπάρχει ζήτηση παντού για οδηγούς βαρέων οχημάτων, καθώς τα εμπορεύματα πρέπει να μεταφέρονται.
Όλα ξεκινούν από το να ταιριάξουμε τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητες μας με κάτι που το αγαπάμε και να μην παρασυρόμαστε μόνο από τις τάσεις της εποχής αλλά να έχουμε μια ψύχραιμη αντιμετώπιση.
«Το δικό μου μότο, κάτι που μου το είχαν πει όταν ξεκινούσα τη σταδιοδρομία είναι ό,τι επιλέξεις να κάνεις, πάντα ο στόχος πρέπει να είναι να γίνεις ο καλύτερος σε αυτό, κάτι που δε θα γίνει ποτέ αν δεν το αγαπάς και δεν επιμείνεις σε αυτό», θα μας πει ο κ. Λιβανός.
Η αντιστοίχιση των δεξιοτήτων με αυτά που ζητά η οικονομία
Την ίδια ώρα το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις δηλώνουν πως δεν βρίσκουν το κατάλληλο προσωπικό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Αντίστοιχες δυσκολίες καταγράφονται σχεδόν σε όλο τον κόσμο και σχετίζονται κάθε φορά με τη φάση στην οποία βρίσκεται η οικονομία, λέει ο κ. Λιβανός.
Σε περιόδους κρίσης, το κυρίαρχο πρόβλημα ήταν ότι οι άνθρωποι που ήθελαν να μπουν στην αγορά εργασίας δεν έβρισκαν δουλειά. Σήμερα, σε αρκετούς κλάδους, ακούμε το αντίστροφο, ότι οι εργοδότες δεν βρίσκουν εύκολα εργαζόμενους με τα κατάλληλα προσόντα.
Ο Λιβανός θεωρεί ότι η ευθύνη είναι μοιρασμένη. Από τη μία, τα προγράμματα σπουδών πρέπει να εκσυγχρονίζονται όσο είναι εφικτό, αν και υπάρχει πάντα μια χρονική καθυστέρηση μέχρι να δημιουργηθούν νέα τμήματα και να βγουν οι πρώτοι απόφοιτοι. Από την άλλη, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι χρειάζεται να αντιληφθούν ότι η δια βίου μάθηση και η συνεχής αναβάθμιση δεξιοτήτων είναι πλέον αναγκαίες. Ταυτόχρονα, οι εργοδότες μπορούν να παίξουν πολύ πιο ενεργό ρόλο και αντί να αναζητούν πάντα κάποιον που διαθέτει εξαρχής ακριβώς όλα τα προσόντα, μπορούν να προσλάβουν ανθρώπους με κατάλληλη βάση ή τεχνικές γνώσεις και να επενδύσουν στην εκπαίδευσή τους. Μπορεί αυτό να σημαίνει ότι θα χαθούν κάποιες ώρες εργασίας στην αρχή, όμως τα αποτελέσματα θα φανούν στη συνέχεια.