ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΒΟΡΡΑΣ»
Του ΤΑΣΟΥ ΡΕΤΖΙΟΥ
Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν: δεν είναι πολλά αυτά που ενώνουν την αγανάκτηση για τα ακριβά ενοίκια στη Μαδρίτη, το θυμό για την υποβάθμιση των σχολείων και της ίδιας της ζωής σε όλη τη Γαλλία και την οργή για τη διαφθορά στα Τίρανα. Άλλες κοινωνίες, άλλες αφετηρίες, αλλά ο φόβος και η αμηχανία είναι κοινά στις πολιτικές ηγεσίες: πώς αντιμετωπίζεις αυτό το ευρύ κύμα αμφισβήτησης της ίδιας της εξουσίας;
Κάποιοι το υποβαθμίζουν (ένας Γάλλος πολιτικός, μάλιστα, μας ζήτησε να μην εστιάζουμε στις βιαιότητες, αλλά να… διαιρέσουμε το γαλλικό πληθυσμό διά αυτών που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις). Άλλοι του επιτίθενται ευθέως και μιλάνε για ταραξίες και τραμπούκους. Και υπάρχουν κι αυτοί που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα της καθημερινότητας που μετατρέπονται σε ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης.
Στην εποχή του ανορθολογισμού
Αυτό που, ίσως όλοι, δεν καταλαβαίνουν (ή δε θέλουν να καταλάβουν) είναι ότι πλέον ο ορθολογισμός δεν είναι το εργαλείο με το οποίο θα μπορέσουν να ερμηνεύσουν (πόσο μάλλον να αντιμετωπίσουν) αυτό το κύμα που απλώνεται ασχημάτιστο και ενίοτε αντιφατικό. Αλλά υπάρχει! Και, ξέρετε, παράγει ήδη αποτελέσματα προς πολλές κατευθύνσεις – όχι απαραίτητα ευχάριστες. Το AfD στη Γερμανία και το Die Linke στο Βερολίνο αποτελούν μια καλή εικόνα για αυτό.
Στην Ουγγαρία, το αίτημα αλλαγής απέκτησε ήδη εκλογικό αποτέλεσμα, τερματίζοντας τη δεκαεξάχρονη κυριαρχία του Βίκτορ Όρμπαν. Στη Σερβία μια Λίστα Φοιτητών κέρδισε εκλογές χωρίς στην ουσία να έχει ηγέτη. Κι αν κανείς σπεύσει να θριαμβολογήσει και να πει ότι, να, οι αυταρχικοί ηγέτες παίρνουν το μάθημά τους, θα του συστήναμε να κοιτάξει και λίγο προς άλλες κατευθύνσεις.
Στην Ελλάδα, με τον ένα ή άλλο τρόπο τα ευρωπαϊκά γεγονότα έχουν περάσει στον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση προβάλλει τη σταθερότητα, η αντιπολίτευση αναδεικνύει τις κοινωνικές αιτίες της αντίδρασης, ενώ παλαιότεροι και νεότεροι διεκδικητές της ψήφου ανταγωνίζονται για την εκπροσώπηση όσων αναζητούν «κάτι άλλο». Το αν αυτή η αναζήτηση θα γεννήσει ισχυρά πολιτικά σχήματα παραμένει ανοιχτό.
Σταθερότητα και ανατροπή
«Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα πυλώνας σταθερότητας», δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Λαύριο, στις 19 Οκτωβρίου, αντιπαραβάλλοντας την ελληνική κατάσταση με τις κοινωνικές αναταραχές στην Ευρώπη. Συνέδεσε μάλιστα τις εικόνες από το εξωτερικό με την εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας και τις υποσχέσεις για εύκολες λύσεις.
Την ίδια ημέρα, ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε την αντίθετη ερμηνεία. «Οι νέοι θα αντιδράσουν κάποια στιγμή, δεν θα μείνουν απαθείς», είπε στο TRT. Συσχέτισε την πολιτική Μητσοτάκη με εκείνη του Μακρόν και υποστήριξε ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνικές αντιδράσεις δε θα έπρεπε να αιφνιδιάζουν τις κυβερνήσεις.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ζήτησε να απομονωθούν όσοι «επενδύουν στο χάος και στο μπάχαλο», διαχωρίζοντας την ειρηνική διαδήλωση από τις παράνομες πράξεις. Η κυβερνητική απάντηση αφορούσε και την προτροπή στελέχους της νεολαίας της ΕΛ.Α.Σ. για αντίστοιχες κινητοποιήσεις εδώ.
Μια κοινή δυσπιστία
Οι νέοι βιώνουν «έντονο αίσθημα αβεβαιότητας και έλλειψης ελέγχου», εξηγεί στο Associated Press η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, Μαρία Σιλβέστρε. Κατά την εκτίμησή της, η συνάντηση επιμέρους προβλημάτων μπορεί να δημιουργήσει τη σπίθα που διοχετεύει τη δυσαρέσκεια σε μαζική κινητοποίηση.
Στη Γαλλία, πάντως, η κοινωνική οργή δεν εξασφαλίζει ότι θα ενισχυθούν όσοι προβάλλουν κοινωνικά αιτήματα. Ο πρώην βουλευτής του μακρονικού στρατοπέδου Ζαν-Μπατίστ Μορό εκτιμά στο Reuters ότι για τη Μαρίν Λεπέν ανοίγεται ένας «αυτοκινητόδρομος έξι λωρίδων». Η εκτίμησή του συνδέει τη φθορά της κυβέρνησης και το φόβο για την ασφάλεια με πιθανό πολιτικό όφελος της Ακροδεξιάς.
Η διεκδίκηση του «νέου»
Στην Αθήνα, η μάχη διεξάγεται στο λεξιλόγιο, προς το παρόν, αν και σύντομα θα πρέπει να τεθούν τα προεκλογικά διλήμματα και φυσικά τα κεντρικά αφηγήματα, συστημικών ή μη δυνάμεων. Ο Νίκος Ανδρουλάκης περιγράφει το λόγο του ΠΑΣΟΚ ως «προοδευτικό, ορθό λόγο, που είναι συγχρόνως και αντισυστημικός», συνδέοντάς τον με τη σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα. Ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για νέο εναλλακτικό πόλο εξουσίας, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς εντοπίζει κενό εκπροσώπησης και καταγγέλλει ότι «η επικοινωνία έχει αντικαταστήσει την πολιτική».
Από την κυβερνητική πλευρά, ο Τάκης Θεοδωρικάκος, που έχει γνώση των εκλογικών μηχανισμών, αντιτείνει ότι «όταν κάποιος φτιάχνει κόμμα γίνεται μέρος του συστήματος». Η συμμετοχή στην πολιτική, υποστηρίζει, συνεπάγεται κρίση επί συγκεκριμένων θέσεων. Η Ουγγαρία και η Σερβία υπενθυμίζουν, ωστόσο, ότι οι μακρόχρονες πολιτικές κυριαρχίες μπορούν να ανατραπούν στην κάλπη. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης χαιρέτισε τη νίκη Μαγιάρ ως «μεγάλη βραδιά για την Ουγγαρία και την Ευρώπη».
Όλα αυτά, βέβαια, είναι δηλώσεις και φυσικά δεν αποτελούν ενδείξεις κάποιου κοινού φόβου ριζικής ανατροπής που ίσως έχουν τα ελληνικά κόμματα. Άλλωστε, εμείς τα περάσαμε αυτά και με μεγαλύτερο αντίκτυπο. Αυτό που δείχνουν, όμως, είναι ότι υπάρχουν πολλοί υποδοχείς της κοινωνικής δυσαρέσκειας, την ερμηνεία της οποίας κανείς δε θα παραχωρήσει αμαχητί. Η κυβέρνηση είναι μάλλον ξεκάθαρη ότι προβάλει ότι μπορεί να προχωράει και να διορθώνει χωρίς να ρισκάρει την περίφημη σταθερότητα. Οι αντίπαλοι της είναι αυτοί που πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν μια γενική αίσθηση απαίτησης για αλλαγή, σε μια αξιόπιστη πολιτική πρόταση. Που να φέρνει, βεβαίως, αποτελέσματα…