Οι ερευνητές προτείνουν αντί για χαπάκια να το ρίξουμε στις σούπες και να καθόμαστε μέσα
Τα αντιπυρετικά σκευάσματα ενώ να μας βοηθούν να βιώνουμε ένα κρύωμα πιο απαλά, ταυτόχρονα επιτρέπουν επίσης στη γρίπη να εξαπλωθεί πιο εύκολα, σύμφωνα με καναδούς ερευνητές. Εν αντιθέσει λοιπόν με ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα, οι ασπιρίνες και η παρακεταμόλη οδηγούν τελικά σε αύξηση των κρουσμάτων της γρίπης καθώς και των θανάτων που σχετίζονται με επιπλοκές της. Η δημοσίευση της έρευνας έγινε στην επιθεώρηση «Proceedings of the Royal Society B».
«Οι άρρωστοι μεταδίδουν πιο εύκολα τον ιό»
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου ΜακΜάστερ στο Οντάριο, με επικεφαλής τον δρα Ντέιβιντ Ερν από το Ινστιτούτο Ερευνών Λοιμωδών Νόσων, υπολόγισαν πως η καταπολέμηση του πυρετού με χαπάκια ευθύνεται για τουλάχιστον 1 στις 20 περιπτώσεις γρίπης και αρκετούς θανάτους. Για αυτό λοιπόν οι ειδικοί προτείνουν να μένουμε στο σπίτι και τρώμε μια ωραία σουπίτσα.
«Όταν οι άνθρωποι νοσούν από γρίπη, συνήθως παίρνουν αντιπυρετικά φάρμακα, γιατί κανένας δεν θέλει να νιώθει άσχημα. Όμως αποδεικνύεται πως αυτό που μας βολεύει, τελικά μπορεί να αποβεί σε βάρος των άλλων που θα νοσήσουν», εξηγεί ο δρ Ερν. «Επειδή ο πυρετός στην πραγματικότητα μειώνει την ποσότητα του ιού στο σώμα ενός αρρώστου, άρα μειώνει και την πιθανότητα να μολύνει άλλους. Όταν αντιθέτως κάποιος παίρνει φάρμακα κατά του πυρετού, τελικά αυξάνει την ποσότητα του ιού στον οργανισμό του και έτσι διευκολύνει τη μετάδοσή του» προσθέτει ο ειδικός και τονίζει ότι οι συνέπειες είναι σημαντικές στο σύνολο του πληθυσμού.
«Οι άνθρωποι συχνά παίρνουν -ή δίνουν στα παιδιά τους- αντιπυρετικά φάρμακα για να πάνε στη δουλειά ή στο σχολείο. Νομίζουν ότι έτσι μειώνουν τον κίνδυνο να μεταδώσουν τον ιό στους άλλους, επειδή ο πυρετός τους πέφτει. Όμως, στην πραγματικότητα, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: οι άρρωστοι μεταδίδουν πιο εύκολα τον ιό, ακριβώς επειδή ο πυρετός τους έχει πέσει», σύμφωνα με τον δρα Ερν.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Αυτό συμβαίνει, επειδή η μείωση της θερμοκρασίας του σώματος μετά την πτώση του πυρετού, διευκολύνει την ταχύτερη αναπαραγωγή του ιού (αρκετοί ιοί δεν μπορούν να πολλαπλασιαστούν πάνω από τη φυσιολογική θερμοκρασία των 37 βαθμών Κελσίου). Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από πολλές πηγές και, με τη βοήθεια εξελιγμένων στατιστικών μοντέλων, υπολόγισαν με ποιον τρόπο η δράση του αντιπυρετικού φαρμάκου, που διευκολύνει την εξάπλωση του ιού στο σώμα του ασθενούς, τελικά διευκολύνει και την ευρύτερη εξάπλωσή του στο «σώμα» όλης της κοινωνίας. Αυτό ειδικά συμβαίνει, όταν σε κάποια χρονιά κυκλοφορεί ένα νέο στέλεχος του ιού της γρίπης, πράγμα που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για μια πανδημία.
«Όπως πάντα, η μητέρα φύση ξέρει καλύτερα. Ο πυρετός είναι ένας αμυντικός μηχανισμός που προστατεύει εμάς και τους άλλους. Τα αντιπυρετικά φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται μόνο για την ανακούφιση των ασθενών και όχι για να τους δίνουν τη δικαιολογία να κυκλοφορούν έξω από το σπίτι, όταν θα έπρεπε να μένουν σε αυτό (για να μην κολλήσουν άλλους)», σχολιάζει ο δρ Ντέιβιντ Πράις, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ΜακΜάστερ.
Οι γιατροί συχνά συμβουλεύουν τους αρρώστους να παίρνουν αντιπυρετικά φάρμακα και τα ιατρικά εγχειρίδια αναφέρουν πως κάτι τέτοιο είναι αβλαβές. Αυτή η αντίληψη πρέπει να αλλάξει», συμπληρώνει ο δρ Πολ Άντριους, του ίδιου πανεπιστημίου. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την κατάχρηση των αντιβιοτικών, που οδηγεί στην εξάπλωση των ανθεκτικών παθογόνων βακτηρίων.
Βρετανοί ειδικοί διατηρούν τις επιφυλάξεις τους
Άλλοι επιστήμονες, πάντως, εμφανίζονται επιφυλακτικοί στο να αποδεχθούν τα συμπεράσματα της έρευνας και τονίζουν ότι η καναδική μελέτη βασίζεται σε διάφορες υποθέσεις που δεν έχουν ακόμα αποδειχτεί πραγματικά. Οι καναδοί επιστήμονες ανταπαντούν ότι, οι εκτιμήσεις τους είναι πολύ συντηρητικές, ακριβώς γιατί έλαβαν υπόψη τους τις διάφορες αβεβαιότητες. Η επιστημονική διαμάχη κατά πόσο η καταπολέμηση του πυρετού κάνει καλό ή κακό στους ασθενείς, διαρκεί εδώ και δεκαετίες.
Από την αρχαιότητα οι θεραπευτές και αργότερα οι γιατροί πάσχιζαν να «ρίξουν» τον πυρετό, αλλά οι πρώτες έρευνες σε ζώα και ανθρώπους τη δεκαετία του 1970 άρχισαν να προωθούν την αντίληψη πως ο πυρετός δυσκολεύει τους παθογόνους μικροοργανισμούς να πολλαπλασιαστούν μέσα στο σώμα του ασθενούς.